Ψυχολόγος - Παιδοψυχολόγος | Γιατί κάποιοι άνθρωποι επιλέγουν να πονάνε;
17728
post-template-default,single,single-post,postid-17728,single-format-standard,ajax_fade,page_not_loaded,,qode-child-theme-ver-1.0.0,qode-theme-ver-7.5,wpb-js-composer js-comp-ver-5.0.1,vc_responsive

Γιατί κάποιοι άνθρωποι επιλέγουν να πονάνε;

Γιατί κάποιοι άνθρωποι επιλέγουν να πονάνε;

Ένας έντονος και διαρκής πόνος, αποδιοργανώνει τον ψυχισμό του ανθρώπου, απειλεί την ένταξη του ψυχισμού στο σώμα, επηρεάζει την ικανότητά του να επιθυμεί και τη δραστηριότητα του σκέπτεσθαι. Ο πόνος δεν είναι το αντίθετο ή το αντίστροφο της ευχαρίστησης: η σχέση τους δεν είναι συμμετρική. Η ικανοποίηση είναι μία εμπειρία και η οδύνη είναι μία δοκιμασία. Η ευχαρίστηση υποδηλώνει την απελευθέρωση μιας έντασης και την αποκατάσταση της οικονομικής ισορροπίας. Ο πόνος ασκεί πίεση στο δίκτυο των φραγμών επαφής, καταστρέφει τα ανοίγματα που διοχετεύουν την κυκλοφορία της διέγερσης, βραχυκυκλώνει τα σημεία όπου μετασχηματίζεται η ποσότητα σε ποιότητα, ανακόπτει τη διαδικασία των διαφοροποιήσεων, ισοπεδώνει τις διαφορές ανάμεσα στα ψυχικά υποσυστήματα και τείνει να διασκορπιστεί προς όλες τις κατευθύνσεις. Ο πόνος προκαλεί μία τοπική διαταραχή και μέσω μιας κυκλικής αντίδρασης, η συνειδητοποίηση ότι εξαλείφονται κατά κάποιο τρόπο οι θεμελιώδεις και δομικές διακρίσεις ανάμεσα στο Ψυχικό και το σωματικό Εγώ, καθιστά ακόμα πιο επώδυνη την κατάσταση.

Συναντώ ανθρώπους στο γραφείο μου, οι οποίοι ερωτεύονται τον πόνο τους και έχουν με αυτόν μία σχέση σαδομαζοχιστική. Ενώ μοιάζει ο καθένας να είναι μόνος του στον πόνο, ο πόνος καταλαμβάνει όλο το χώρο στο οικογενειακό σύστημα. Ο άνθρωπος που πονάει, δεν υπάρχει ως προσωπικότητα ολοκληρωμένη, αλλά κυριαρχεί ο πόνος σε κάθε κίνηση, σε κάθε λειτουργία, σε κάθε απόφαση.

Άνθρωποι που βιώνουν την ευχαρίστηση πιο συχνά, βιώνουν την εμπειρία της συμπληρωματικότητας των διαφορών, μία εμπειρία που διέπεται από την αρχή της σταθερότητας, η οποία αποσκοπεί στη διατήρηση ενός σταθερού ενεργειακού επιπέδου μέσω των διακυμάνσεων που παρατηρούνται σε αυτό το επίπεδο.

Παρατηρώ οικογένειες που έχουν συμπτώματα πόνου, να είναι συγχωνευμένες, αδιαφοροποίητες και να προσπαθούν μόνο να μειώσουν την ένταση του πόνου. Ζουν μία ζωή δυσκολεμένη μέσα στην ανασφάλεια. Εάν <<αποτύχει>> κανείς και θεραπεύσει τον πόνο, απειλείται η δομή ολόκληρου του οικογενειακού συστήματος .Αυτές είναι οι λεγόμενες άρρωστες οικογένειες.

Η μητέρα, (με εξαίρεση τις ψυχικά πάσχουσες μητέρες, οι οποίες είναι εκείνες που επαναλαμβάνουν ένα γενεαλογικό πεπρωμένο που σχετίζεται με το θάνατο πολλών παιδιών από γενιά σε γενιά), ακόμα και αν είναι απρόσεκτη ή αδέξια προς τον εντοπισμό και την αποκρυπτογράφηση των αισθητηριακών σημάτων, αντιλαμβάνεται συνήθως με ακρίβεια το σωματικό τουλάχιστον πόνο του βρέφους της, κάτι που την βοηθάει τελικά να καταφέρει να έχει ασφαλή προσκόλληση με το βρέφος. Ανέχεται τον πόνο του βρέφους και του δίνει μήνυμα ότι υπάρχει ελπίδα και δυνατότητα θεραπείας. Αμύνεται η ίδια στον πόνο και βιωματικά διδάσκει και στο παιδί της το ίδιο.

Συναντώ όμως μητέρες στερημένες συναισθηματικά που είτε λόγω αδιαφορίας άγνοιας ή κατάθλιψης δεν επικοινωνούν κανονικά με το παιδί τους και εκεί το παιδί χρησιμοποιεί τον πόνο που σημαίνει ότι τα παίζει όλα για όλα προκειμένου να προσελκύσει την προσοχή της μαμάς του, δηλαδή μήπως το φροντίσει όπως εκείνο χρειάζεται, μήπως εκδηλώσει την αγάπη της για εκείνο.

Παρατηρώ ότι οι άνθρωποι που έχουν αποφασίσει να επιβάλουν στον εαυτό τους ένα πραγματικό περίβλημα οδύνης, το κάνουν γιατί είναι η τελευταία τους απόπειρα αποκατάστασης της λειτουργίας του πρωταρχικού δεσμού, μία λειτουργία που δεν εκπλήρωσε η μητέρα ή το περιβάλλον και εκείνοι συνεχίζουν με την εξής πεποίθηση: <<Υποφέρω άρα υπάρχω>>. Σε αυτές τις περιπτώσεις η θεραπεία καθίσταται δύσκολη και μόνο εάν υπάρχει το προσωπικό κίνητρο του θεραπευόμενου, μπορούμε να πούμε ότι θα εργαστούμε μαζί και την προσωπική του ανάπτυξη και εξέλιξη.