Ψυχολόγος - Παιδοψυχολόγος | Η σημαντικότητα του διατροφικού και του μη διατροφικού θηλασμού.
17756
post-template-default,single,single-post,postid-17756,single-format-standard,ajax_fade,page_not_loaded,,qode-child-theme-ver-1.0.0,qode-theme-ver-7.5,wpb-js-composer js-comp-ver-5.0.1,vc_responsive

Η σημαντικότητα του διατροφικού και του μη διατροφικού θηλασμού.

Η σημαντικότητα του διατροφικού και του μη διατροφικού θηλασμού.

Ο θηλασμός δεν είναι απαραίτητος μόνο για τις διατροφικές ανάγκες του παιδιού. Το μωρό έχει ανάγκη από αυτή την αλληλεπίδραση με το στήθος ακόμα και αν μαμά και παιδί δεν έχουν ακόμα εξοικειωθεί με αυτή την διαδικασία και να χτίσει ασφαλή συναισθηματικό δεσμό μαζί της, άρα και  με τους ανθρώπους στην μετέπειτα ζωή του, γιατί η πρωταρχική φιγούρα που μας φροντίζει και ο τρόπος που συνδεόμαστε με αυτήν, καθορίζει την ποιότητα δεσμού και σύνδεσης με όλους τους ανθρώπους στη μετέπειτα ζωή μας.

Πολλές φορές με ρωτούν αν η πιπίλα “κάνει κακό”. Έχουν παρατηρηθεί διάφορες “επιπτώσεις” στην συμπεριφορά και την ανάπτυξη του παιδιού όσον αφορά την χρήση ενός υποκατάστατου της θηλής.

Πρώτα απ όλα, όχι μόνο το μωρό αλλά και η μητέρα χρειάζεται τον μη διατροφικό θηλασμό γιατί η φύση του θηλασμού απαιτεί μία εξοικείωση και μια αλληλεπίδραση μεταξύ του στήθους και του μωρού. Αλλιώς μπορεί να οδηγηθεί σε απεργία θηλασμού. Δεύτερον, το παιδί ξεγελιέται με την πιπίλα καθώς παράγονται ορμόνες που οδηγούν σε “τεχνητό” κορεσμό, και το παιδί χάνει γεύματα. Πέρα από την πιπίλα όμως,, το παιδί πολλές φορές χρησιμοποιεί τον αντίχειρά του, ο οποίος είναι πιο “αποδεκτός” από την επιστημονική κοινότητα. Αποτελεί σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη του μωρού και την επαφή του ίδιου με τον εαυτό του και το φυσικό περιβάλλον γύρω του. Ο μη διατροφικός θηλασμός πολλές φορές δεν είναι 100% μη διατροφικός. Πολλές φορές το μωρό παίρνει μία μικρή ποσότητα τροφής η οποία συνολικά είναι σημαντική. Ο θηλασμός οδηγεί στην εξοικείωση μαμάς και μωρού, όπως και στο σωματικό και συναισθητικό δέσιμο.

Ο μη διατροφικός θηλασμός δίνει επίσης στο μωρό την ευκαιρία να “διαλλέξει” πότε θα φάει. Πολλές φορές με ρωτάνε μαμάδες αν το παιδί πρέπει να τρώει με πρόγραμμα ή όποτε αρχίσει να δείχνει τα σημάδια ότι πεινάει. Τα σημάδια συνήθως είναι ανησυχία, άνοιγμα στόματος, να δείχνει ότι ψάχνει την μαμά, τέντωμα , αύξηση κινητικότητας, χέρι στο στόμα, κλάμα, ακόμα πιο έντονες κινήσεις, κοκκίνισμα.

Αν η μαμά προγραμματίζει το τάισμα του μωρού, τότε υπάρχει “κίνδυνος” να τρώει το παιδί λιγότερο απ’ότι αν έτρωγε την ώρα που πραγματικά πεινούσε. Το παιδί δεν θα υποσιτιστεί, ειδικά από την στιγμή που η μαμά έχει βάλει ένα συγκεκριμένο τακτικό πρόγραμμα. Αλλά το παιδί ενδεχομένως να έτρωγε παραπάνω αν δεν είχε αυτό το πρόγραμμα, και για κάποια παιδιά αυτό είναι απαραίτητο. Επομένως το πιο σωστό που μπορούμε να κάνουμε, είναι να αφήσουμε το παιδί να μας “οδηγήσει” όσον αφορά τα γεύματά του, ώστε να τρώει όσο μπορεί και θέλει διότι ο οργανισμός του, από την φύση του θα καθορίσει πόσο γάλα χρειάζεται. Πολλές φορές εξηγώ στις μαμάδες ότι αν το παιδί δεν φάει την ώρα που δείχνει τα σημάδια, την ώρα που θα φάει τελικά μπορεί να ταλαιπωρηθεί στο στομάχι του επειδή προσπαθεί να αναπληρώσει το “χαμένο” γεύμα.

Έτσι το μωρό καταλήγει με ποσότητα μητρικού γάλατος μεγαλύτερη απ΄ότι αντέχει το μικρό του στομάχι, και το βιολογικό του ρολόι όσον αφορά την τροφή ξεκινάει και αποσυντονίζεται. Αυτό κάποιες φορές έχει να συνέπεια να επηρεάζει και την μαμά αφού το παιδί μετά τρώει πιο “άστατα” και ανήσυχα, με αποτέλεσμα να μειώνεται η ποσότητα γάλατος που παράγει η μαμά.

Τελικά, υπάρχει μεγάλη συναίνεση στην επιστημονική κοινότητα ότι το παιδί είναι καλό να τρώει όποτε πεινάσει, και οι γονείς θα πρέπει να ενημερώνονται καταλλήλως όσον αφορά τα σημάδια που εξήγησα πιο πάνω. Το βιολογικό ρολόι της πείνας του παιδιού είναι ένας βιολογικός μηχανισμός ο οποίος φροντίζει και για το παιδί αλλά και για την μαμά και την παραγωγή της στο πλαίσιο του θηλασμού.