Πώς επηρεάζει το διαζύγιο τα παιδιά; Τι χρειάζεται να γνωρίζουν οι γονείς

Εισαγωγή

Ο χωρισμός ή το διαζύγιο αποτελεί μία από τις σημαντικότερες μεταβάσεις που μπορεί να βιώσει μια οικογένεια. Για τους γονείς, συχνά συνοδεύεται από έντονα συναισθήματα, όπως θλίψη, θυμό, ενοχές ή ανακούφιση. Παράλληλα, όμως, σχεδόν πάντα γεννιέται μια κοινή αγωνία: «Πώς θα επηρεαστεί το παιδί μας;»

Πρόκειται για ένα ερώτημα χωρίς μία και μοναδική απάντηση. Κάθε παιδί είναι διαφορετικό, όπως διαφορετική είναι και κάθε οικογένεια. Η ηλικία του παιδιού, η ποιότητα της σχέσης που είχε με τους γονείς πριν από τον χωρισμό, ο τρόπος με τον οποίο θα του ανακοινωθεί η απόφαση, αλλά και το κλίμα που θα επικρατήσει μετά το διαζύγιο, αποτελούν παράγοντες που επηρεάζουν σημαντικά την προσαρμογή του.

Για πολλά χρόνια επικρατούσε η αντίληψη ότι το διαζύγιο είναι από μόνο του τραυματικό για τα παιδιά. Σήμερα, η επιστημονική γνώση είναι πιο σύνθετη. Οι έρευνες δείχνουν ότι ο χωρισμός των γονέων αποτελεί αναμφίβολα μια σημαντική αλλαγή, η οποία μπορεί να συνοδεύεται από αναστάτωση, άγχος και συναισθηματική επιβάρυνση. Ωστόσο, τα περισσότερα παιδιά έχουν τη δυνατότητα να προσαρμοστούν σταδιακά, ιδιαίτερα όταν οι γονείς καταφέρνουν να διατηρήσουν ένα σταθερό, υποστηρικτικό και συνεργατικό πλαίσιο γύρω τους (Kelly & Emery, 2003).

Αντίθετα, αυτό που φαίνεται να επιβαρύνει περισσότερο την ψυχική υγεία των παιδιών δεν είναι απαραίτητα η ίδια η απόφαση του διαζυγίου, αλλά η έκθεσή τους σε παρατεταμένες συγκρούσεις, εχθρότητα, αστάθεια ή στην πίεση να επιλέξουν πλευρά ανάμεσα στους δύο γονείς (Amato, 2010).

Από συστημική σκοπιά, το διαζύγιο δεν σημαίνει ότι η οικογένεια παύει να υπάρχει. Σημαίνει ότι αλλάζει μορφή. Οι ρόλοι, οι ισορροπίες και η καθημερινότητα αναδιοργανώνονται και όλα τα μέλη της οικογένειας καλούνται να προσαρμοστούν σε μια νέα πραγματικότητα. Η προσαρμογή αυτή δεν είναι πάντα εύκολη, όμως μπορεί να αποτελέσει μια διαδικασία μέσα από την οποία δημιουργούνται νέοι τρόποι επικοινωνίας, συνεργασίας και φροντίδας.

Στόχος αυτού του άρθρου δεν είναι να παρουσιάσει το διαζύγιο ως μια εμπειρία χωρίς δυσκολίες, αλλά να βοηθήσει τους γονείς να κατανοήσουν τι πραγματικά βιώνουν τα παιδιά, ποιοι παράγοντες επηρεάζουν την προσαρμογή τους και πώς μπορούν να παραμείνουν μια ασφαλής βάση για εκείνα, ακόμη και όταν η μορφή της οικογένειας αλλάζει.

Τι βιώνει πραγματικά ένα παιδί όταν οι γονείς χωρίζουν;

Όταν οι γονείς αποφασίζουν να χωρίσουν, η μεγαλύτερη αλλαγή για το παιδί δεν είναι μόνο η μετακόμιση σε δύο σπίτια ή η αλλαγή της καθημερινής του ρουτίνας. Εκείνο που αλλάζει βαθύτερα είναι η αίσθηση της σταθερότητας που μέχρι εκείνη τη στιγμή χαρακτήριζε τον κόσμο του.

Τα παιδιά αντιλαμβάνονται την οικογένεια ως το βασικό πλαίσιο ασφάλειας μέσα στο οποίο μεγαλώνουν. Ακόμη και όταν υπήρχαν εντάσεις ή συγκρούσεις μεταξύ των γονέων, η ιδέα ότι η οικογένεια λειτουργεί ως μία ενότητα αποτελεί για τα περισσότερα παιδιά ένα σημαντικό σημείο αναφοράς. Ο χωρισμός έρχεται να μεταβάλει αυτή την πραγματικότητα και, όπως συμβαίνει σε κάθε μεγάλη αλλαγή, ενεργοποιεί μια φυσιολογική διαδικασία προσαρμογής.

Ανάλογα με την ηλικία και την προσωπικότητά τους, τα παιδιά μπορεί να εκφράσουν αυτή τη μετάβαση με πολύ διαφορετικούς τρόπους. Κάποια γίνονται πιο ευερέθιστα ή παρουσιάζουν μεγαλύτερη προσκόλληση στους γονείς τους. Άλλα αποσύρονται, δυσκολεύονται να συγκεντρωθούν στο σχολείο ή εκδηλώνουν άγχος για το τι πρόκειται να συμβεί στο μέλλον. Υπάρχουν, επίσης, παιδιά που αρχικά δείχνουν να προσαρμόζονται εύκολα, ενώ τα συναισθήματά τους εμφανίζονται αρκετούς μήνες αργότερα, όταν η νέα πραγματικότητα αρχίζει να σταθεροποιείται.

Ένα από τα συχνότερα συναισθήματα είναι η ανασφάλεια. Τα παιδιά μπορεί να αναρωτιούνται αν εξακολουθούν να τα αγαπούν και οι δύο γονείς, αν ευθύνονται τα ίδια για τον χωρισμό ή αν υπάρχει πιθανότητα να χάσουν τη σχέση με κάποιον από τους δύο. Ιδιαίτερα στις μικρότερες ηλικίες, η λεγόμενη «μαγική σκέψη» μπορεί να οδηγήσει το παιδί στην πεποίθηση ότι κάποια δική του συμπεριφορά προκάλεσε τον χωρισμό. Για τον λόγο αυτό, είναι σημαντικό οι γονείς να διαβεβαιώνουν με σαφήνεια ότι η απόφαση του διαζυγίου αφορά αποκλειστικά τη σχέση των ενηλίκων και δεν αποτελεί ευθύνη του παιδιού.

Από τη σκοπιά της θεωρίας του δεσμού, η βασική ανάγκη του παιδιού παραμένει η ίδια: να αισθάνεται ότι υπάρχουν ενήλικες που είναι συναισθηματικά διαθέσιμοι, προβλέψιμοι και ικανοί να ανταποκριθούν στις ανάγκες του. Όταν αυτή η αίσθηση διατηρείται, ακόμη και μέσα στις αλλαγές που φέρνει ένα διαζύγιο, το παιδί διαθέτει πολύ περισσότερες πιθανότητες να προσαρμοστεί με υγιή τρόπο στη νέα πραγματικότητα.

Η προσαρμογή μετά το διαζύγιο είναι μια διαδικασία, όχι μια στιγμή

Ένα από τα πιο συνηθισμένα ερωτήματα που θέτουν οι γονείς είναι πόσο χρόνο θα χρειαστεί το παιδί για να προσαρμοστεί μετά το διαζύγιο. Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει μια συγκεκριμένη απάντηση. Η προσαρμογή δεν ακολουθεί ένα προκαθορισμένο χρονοδιάγραμμα ούτε εξελίσσεται με τον ίδιο τρόπο για όλα τα παιδιά.

Υπάρχουν περίοδοι κατά τις οποίες το παιδί μπορεί να δείχνει ότι έχει προσαρμοστεί και άλλες κατά τις οποίες δυσκολεύεται ξανά. Μια αλλαγή κατοικίας, η δημιουργία μιας νέας σχέσης από κάποιον γονέα, η μετάβαση σε μια νέα σχολική βαθμίδα ή ακόμη και σημαντικοί οικογενειακοί σταθμοί μπορεί να επαναφέρουν συναισθήματα που είχαν φαινομενικά ξεπεραστεί. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το παιδί «γυρίζει πίσω». Συχνά αποτελεί μέρος της φυσιολογικής προσπάθειάς του να επεξεργαστεί μια εμπειρία που συνεχίζει να αποκτά νέο νόημα καθώς μεγαλώνει.

Οι γονείς, από την πλευρά τους, βρίσκονται επίσης σε μια περίοδο έντονης προσαρμογής. Εκτός από τις πρακτικές αλλαγές που συνοδεύουν τον χωρισμό, καλούνται να διαχειριστούν τα δικά τους συναισθήματα, να επαναπροσδιορίσουν τον γονεϊκό τους ρόλο και, ταυτόχρονα, να αποτελέσουν πηγή σταθερότητας για το παιδί τους. Πρόκειται για μια ιδιαίτερα απαιτητική ισορροπία, καθώς πολλές φορές οι προσωπικές δυσκολίες συνυπάρχουν με την ανάγκη να παραμείνουν συναισθηματικά διαθέσιμοι.

Σε αυτή τη διαδικασία, η συμβουλευτική γονέων μπορεί να αποτελέσει μια ουσιαστική μορφή υποστήριξης. Δεν απευθύνεται μόνο σε οικογένειες που αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσκολίες ούτε σημαίνει ότι οι γονείς έχουν αποτύχει. Αντίθετα, μπορεί να λειτουργήσει προληπτικά, προσφέροντας έναν ασφαλή χώρο όπου οι γονείς μπορούν να επεξεργαστούν τις δικές τους ανησυχίες, να κατανοήσουν καλύτερα τις ανάγκες του παιδιού τους και να αναζητήσουν τρόπους επικοινωνίας που ενισχύουν τη συνεργασία, ακόμη και όταν η μεταξύ τους σχέση ως ζευγάρι έχει ολοκληρωθεί.

Από συστημική σκοπιά, όταν υποστηρίζεται ο γονέας, υποστηρίζεται έμμεσα και το παιδί. Η ενίσχυση της γονεϊκής λειτουργίας, η βελτίωση της επικοινωνίας και η μείωση των συγκρούσεων δημιουργούν ένα πιο σταθερό και προβλέψιμο περιβάλλον, μέσα στο οποίο το παιδί μπορεί να προσαρμοστεί με μεγαλύτερη ασφάλεια στη νέα πραγματικότητα. Η αναζήτηση βοήθειας, επομένως, δεν αποτελεί ένδειξη αδυναμίας, αλλά μια πράξη φροντίδας απέναντι σε ολόκληρη την οικογένεια.

Δεν αντιδρούν όλα τα παιδιά με τον ίδιο τρόπο

Ένα από τα συχνότερα λάθη είναι η προσδοκία ότι όλα τα παιδιά θα εκφράσουν τον πόνο τους με τον ίδιο τρόπο. Στην πραγματικότητα, η αντίδραση κάθε παιδιού επηρεάζεται από την ηλικία, την ιδιοσυγκρασία του, τη σχέση που είχε με τους γονείς πριν από τον χωρισμό, αλλά και από το πώς διαχειρίζονται οι ίδιοι οι γονείς τη νέα πραγματικότητα.

Τα παιδιά προσχολικής ηλικίας δυσκολεύονται να κατανοήσουν τι ακριβώς σημαίνει ο χωρισμός. Μπορεί να φοβούνται ότι ο γονέας που έφυγε δεν θα επιστρέψει ή να ανησυχούν μήπως χάσουν και τον άλλο γονέα. Συχνά εκφράζουν τη δυσφορία τους μέσα από αλλαγές στον ύπνο, στην όρεξη, αυξημένη προσκόλληση ή παλινδρόμηση σε συμπεριφορές που είχαν ήδη ξεπεράσει.

Στη σχολική ηλικία τα παιδιά αρχίζουν να αντιλαμβάνονται καλύτερα τι συμβαίνει, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι η προσαρμογή είναι ευκολότερη. Είναι πιθανό να βιώσουν θυμό, ενοχές ή λύπη, ενώ αρκετές φορές προσπαθούν να αναλάβουν έναν ρόλο «ειρηνοποιού», ελπίζοντας ότι θα καταφέρουν να επαναφέρουν τους γονείς κοντά. Παράλληλα, μπορεί να εμφανιστούν δυσκολίες στη συγκέντρωση, στη σχολική επίδοση ή στις σχέσεις με συνομηλίκους.

Οι έφηβοι διαθέτουν μεγαλύτερη γνωστική ωριμότητα και μπορούν να κατανοήσουν τους λόγους που οδήγησαν στον χωρισμό. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι επηρεάζονται λιγότερο. Αντίθετα, μπορεί να βιώσουν έντονη απογοήτευση, να απομακρυνθούν συναισθηματικά από τους γονείς ή να εκφράσουν τον θυμό τους μέσα από συγκρούσεις και αντιδραστικές συμπεριφορές. Κάποιοι έφηβοι προσπαθούν να δείξουν ότι «δεν τους επηρεάζει», επιλέγοντας να κρατήσουν τα συναισθήματά τους για τον εαυτό τους.

Είναι σημαντικό οι γονείς να θυμούνται ότι δεν υπάρχει «σωστός» τρόπος αντίδρασης. Ένα παιδί που κλαίει, ένα παιδί που θυμώνει και ένα παιδί που δείχνει ψύχραιμο μπορεί να βιώνουν την ίδια συναισθηματική δυσκολία, απλώς να τη διαχειρίζονται διαφορετικά. Περισσότερο από την ένταση της αρχικής αντίδρασης, αυτό που έχει σημασία είναι αν το παιδί αισθάνεται ότι έχει δίπλα του ενήλικες που μπορούν να το ακούσουν, να το καθησυχάσουν και να το βοηθήσουν να κατανοήσει όσα συμβαίνουν.

Οι δυσκολίες δεν αφορούν μόνο τα παιδιά αλλά και τους γονείς

Όταν γίνεται λόγος για το διαζύγιο, η προσοχή στρέφεται δικαιολογημένα στα παιδιά. Ωστόσο, συχνά παραβλέπεται ότι και οι ίδιοι οι γονείς βρίσκονται αντιμέτωποι με μια βαθιά προσωπική μετάβαση. Εκτός από τη συναισθηματική επιβάρυνση που μπορεί να συνοδεύει το τέλος μιας σχέσης, καλούνται να αναδιοργανώσουν την καθημερινότητά τους, να διαχειριστούν νέες οικονομικές υποχρεώσεις και να προσαρμοστούν σε έναν διαφορετικό τρόπο άσκησης της γονεϊκότητας.

Για πολλούς γονείς, η μετάβαση από τη συμβίωση στη συνεπιμέλεια ή στη συνδιαμόρφωση της καθημερινότητας του παιδιού αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις. Η ανάγκη για συνεργασία εξακολουθεί να υπάρχει, ακόμη κι όταν η μεταξύ τους σχέση έχει ολοκληρωθεί. Αυτό δεν είναι πάντοτε εύκολο, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν άλυτες συγκρούσεις, πικρία ή απογοήτευση.

Παράλληλα, αρκετοί γονείς έρχονται αντιμέτωποι με έντονες ενοχές. Αναρωτιούνται αν πήραν τη σωστή απόφαση, αν το παιδί θα τους κατηγορήσει στο μέλλον ή αν θα μπορούσαν να είχαν προσπαθήσει περισσότερο. Άλλοι βιώνουν τον φόβο ότι θα απομακρυνθούν από το παιδί τους, ιδιαίτερα όταν ο χρόνος επικοινωνίας είναι περιορισμένος. Δεν είναι ασυνήθιστο, μέσα σε αυτή την αγωνία, να δυσκολεύονται να θέσουν όρια ή να προσπαθούν να αναπληρώσουν τον χρόνο που χάνεται με δώρα, υπερβολική επιείκεια ή συνεχή προσπάθεια να είναι ο «αγαπημένος» γονέας.

Οι οικονομικές δυσκολίες αποτελούν επίσης έναν σημαντικό παράγοντα πίεσης. Η διατήρηση δύο κατοικιών, οι αυξημένες καθημερινές ανάγκες και οι αλλαγές στο οικογενειακό εισόδημα δημιουργούν επιπλέον άγχος, το οποίο συχνά επηρεάζει και τη συναισθηματική διαθεσιμότητα των γονέων. Είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι ένας γονέας που δυσκολεύεται οικονομικά ή ψυχικά δεν αγαπά λιγότερο το παιδί του. Αντίθετα, πολλές φορές προσπαθεί να ανταποκριθεί σε ιδιαίτερα απαιτητικές συνθήκες με τα μέσα που διαθέτει.

Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, η φροντίδα του γονέα δεν αποτελεί πολυτέλεια αλλά αναπόσπαστο μέρος της φροντίδας του παιδιού. Όσο περισσότερο ένας γονέας καταφέρνει να αναγνωρίζει και να διαχειρίζεται τις δικές του δυσκολίες, τόσο περισσότερο μπορεί να αποτελέσει μια σταθερή και ασφαλή παρουσία για το παιδί του κατά τη διάρκεια αυτής της σημαντικής οικογενειακής μετάβασης.

Ο σημαντικότερος παράγοντας δεν είναι το διαζύγιο αλλά η σύγκρουση μεταξύ των γονέων

Τα τελευταία χρόνια, η επιστημονική έρευνα έχει αναδείξει ένα ιδιαίτερα σημαντικό εύρημα: αυτό που φαίνεται να επηρεάζει περισσότερο την ψυχική υγεία των παιδιών δεν είναι αποκλειστικά το γεγονός ότι οι γονείς χωρίζουν, αλλά ο τρόπος με τον οποίο εξελίσσεται η σχέση τους πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τον χωρισμό (Amato, 2010· Kelly & Emery, 2003).

Πολλά παιδιά μεγαλώνουν σε οικογένειες όπου οι συγκρούσεις είναι συχνές, έντονες και παρατεταμένες. Οι φωνές, οι προσβολές, οι απειλές, η σιωπηλή εχθρότητα ή οι συνεχείς διαμάχες δημιουργούν ένα περιβάλλον αβεβαιότητας, μέσα στο οποίο το παιδί δυσκολεύεται να αισθανθεί ασφαλές. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ένας χωρισμός που συνοδεύεται από σεβασμό, συνεργασία και σταθερότητα μπορεί να αποδειχθεί λιγότερο επιβαρυντικός από την παραμονή σε μια σχέση με διαρκείς συγκρούσεις.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το διαζύγιο είναι εύκολο ή ότι δεν προκαλεί πόνο. Σημαίνει όμως ότι η ποιότητα των σχέσεων που θα διατηρηθούν μετά τον χωρισμό έχει καθοριστική σημασία για την προσαρμογή του παιδιού.

Το παιδί δεν χρειάζεται να βλέπει δύο γονείς που συμφωνούν σε όλα. Χρειάζεται, όμως, να γνωρίζει ότι οι ενήλικες μπορούν να διαφωνούν χωρίς να το εμπλέκουν στη σύγκρουσή τους και χωρίς να απειλείται η σχέση του μαζί τους.

Όταν οι γονείς δεν μπορούν να συνεργαστούν

Μετά τον χωρισμό, είναι φυσιολογικό να υπάρχουν διαφωνίες σχετικά με την ανατροφή, την επικοινωνία ή την καθημερινότητα του παιδιού. Οι δυσκολίες αυτές γίνονται περισσότερο επιβαρυντικές όταν το παιδί καλείται να αναλάβει έναν ρόλο που δεν του αναλογεί.

Ορισμένες φορές, χωρίς να υπάρχει πρόθεση, οι γονείς χρησιμοποιούν το παιδί ως μέσο επικοινωνίας. Του ζητούν να μεταφέρει μηνύματα, να ενημερώσει τον άλλο γονέα για οικονομικά ή πρακτικά ζητήματα ή να μεταφέρει παράπονα. Άλλες φορές το ρωτούν τι κάνει ο άλλος γονέας, με ποιον βρίσκεται ή τι λέγεται στο άλλο σπίτι.

Ακόμη πιο δύσκολη είναι η κατάσταση όταν το παιδί αισθάνεται ότι πρέπει να διαλέξει πλευρά. Μπορεί να αποφεύγει να εκφράσει ότι πέρασε όμορφα με τον έναν γονέα, επειδή φοβάται ότι θα στενοχωρήσει τον άλλον. Ή να αισθάνεται ενοχές επειδή αγαπά και τους δύο εξίσου.

Σε ορισμένες οικογένειες, το παιδί αναλαμβάνει έναν ακόμη πιο απαιτητικό ρόλο. Προσπαθεί να παρηγορήσει τον γονέα που υποφέρει, να μειώσει τις εντάσεις ή να λειτουργήσει ως «ενήλικας» μέσα στην οικογένεια. Αν και αυτή η στάση συχνά εκλαμβάνεται ως ένδειξη ωριμότητας, στην πραγματικότητα στερεί από το παιδί τον χώρο να βιώσει τη δική του παιδική ηλικία. Το παιδί χρειάζεται να έχει δίπλα του ενήλικες που μπορούν να το φροντίσουν· όχι να αισθάνεται ότι είναι εκείνο υπεύθυνο για τη συναισθηματική ισορροπία των γονέων του.

Από συστημική σκοπιά, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να διατηρούνται σαφή τα όρια ανάμεσα στις σχέσεις των ενηλίκων και στη σχέση κάθε γονέα με το παιδί. Η συζυγική σχέση μπορεί να έχει ολοκληρωθεί, όμως η γονεϊκή σχέση συνεχίζεται. Όσο πιο καθαρός είναι αυτός ο διαχωρισμός, τόσο μεγαλύτερη ασφάλεια αισθάνεται το παιδί.

Το διαζύγιο δεν τελειώνει τη γονεϊκότητα

Ένας γάμος ή μια συμβίωση μπορεί να ολοκληρωθεί. Η γονεϊκότητα, όμως, δεν ολοκληρώνεται με την υπογραφή ενός διαζυγίου. Οι γονείς εξακολουθούν να αποτελούν τα σημαντικότερα πρόσωπα στη ζωή του παιδιού τους και καλούνται να συνεργαστούν σε ζητήματα που αφορούν την ανατροφή, την εκπαίδευση, την υγεία και τη συναισθηματική του ανάπτυξη.

Η συνεργασία αυτή δεν προϋποθέτει ότι οι πρώην σύντροφοι θα γίνουν φίλοι ούτε ότι θα συμφωνούν σε κάθε απόφαση. Προϋποθέτει, όμως, έναν στοιχειώδη αμοιβαίο σεβασμό και την κοινή αναγνώριση ότι οι ανάγκες του παιδιού προηγούνται της μεταξύ τους σύγκρουσης.

Τα παιδιά δεν ωφελούνται όταν καλούνται να επιλέξουν ποιος γονέας έχει δίκιο. Ωφελούνται όταν αντιλαμβάνονται ότι και οι δύο γονείς παραμένουν σταθερά παρόντες στη ζωή τους, ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Η συνέπεια, η προβλεψιμότητα και η συναισθηματική διαθεσιμότητα δημιουργούν ένα αίσθημα ασφάλειας που βοηθά το παιδί να προσαρμοστεί στη νέα οικογενειακή πραγματικότητα.

Με άλλα λόγια, το τέλος της συζυγικής σχέσης δεν σημαίνει το τέλος της οικογένειας. Η οικογένεια συνεχίζει να υπάρχει, αλλά με μια διαφορετική μορφή. Όσο πιο ομαλά μπορέσει να οργανωθεί αυτή η νέα πραγματικότητα, τόσο περισσότερες πιθανότητες έχει το παιδί να αναπτύξει ανθεκτικότητα και να συνεχίσει την αναπτυξιακή του πορεία με ασφάλεια.

Ο ρόλος της συμβουλευτικής γονέων και της ψυχολογικής υποστήριξης

Όταν μια οικογένεια βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν χωρισμό, είναι συχνό οι γονείς να αναρωτιούνται αν χρειάζεται να απευθυνθούν σε κάποιον ειδικό. Πολλές φορές, μάλιστα, η πρώτη τους σκέψη είναι ότι «το παιδί πρέπει να δει ψυχολόγο». Αν και σε ορισμένες περιπτώσεις αυτό είναι πράγματι απαραίτητο, δεν αποτελεί πάντοτε το πρώτο ή το μοναδικό βήμα.

Συχνά, η μεγαλύτερη βοήθεια για το παιδί ξεκινά από την υποστήριξη των ίδιων των γονέων. Η συμβουλευτική γονέων μπορεί να βοηθήσει τους ενήλικες να κατανοήσουν καλύτερα τις ανάγκες του παιδιού τους, να διαχειριστούν τις δικές τους συναισθηματικές δυσκολίες και να αναπτύξουν τρόπους επικοινωνίας που μειώνουν τις συγκρούσεις και ενισχύουν τη συνεργασία. Όταν οι γονείς αισθάνονται πιο ασφαλείς και πιο υποστηριγμένοι, είναι συνήθως περισσότερο διαθέσιμοι και για το παιδί τους.

Η αναζήτηση βοήθειας δεν αποτελεί ένδειξη αποτυχίας ούτε σημαίνει ότι κάποιος δεν μπορεί να ανταποκριθεί στον γονεϊκό του ρόλο. Αντίθετα, αποτελεί μια υπεύθυνη στάση απέναντι στις αλλαγές που βιώνει ολόκληρη η οικογένεια. Όπως δεν θα ήταν παράξενο να ζητήσει κάποιος τη συμβουλή ενός ειδικού για ένα ζήτημα σωματικής υγείας, έτσι και η υποστήριξη της ψυχικής υγείας μπορεί να λειτουργήσει προληπτικά, πριν οι δυσκολίες γίνουν πιο έντονες.

Παράλληλα, είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι δεν έχουν όλες οι οικογένειες τις ίδιες δυνατότητες πρόσβασης σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας. Οι οικονομικές δυσκολίες, οι αυξημένες υποχρεώσεις μετά τον χωρισμό, η έλλειψη διαθέσιμων υπηρεσιών στην περιοχή όπου κατοικούν ή ακόμη και οι απαιτήσεις της καθημερινότητας μπορεί να κάνουν την έναρξη συμβουλευτικής ή ψυχοθεραπείας ιδιαίτερα δύσκολη. Οι περιορισμοί αυτοί δεν σημαίνουν ότι οι γονείς αδιαφορούν για το παιδί τους ή ότι δεν αναγνωρίζουν τις ανάγκες του.

Υπάρχουν επίσης περιπτώσεις στις οποίες ο ένας γονέας θεωρεί ότι το παιδί χρειάζεται ψυχολογική υποστήριξη, ενώ ο άλλος διαφωνεί. Οι διαφωνίες αυτές μπορεί να σχετίζονται με διαφορετικές αντιλήψεις για την ψυχική υγεία, με φόβους ή προκαταλήψεις απέναντι στην ψυχοθεραπεία ή ακόμη και με τη γενικότερη σύγκρουση που υπάρχει μεταξύ των γονέων. Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι οι αποφάσεις που αφορούν σημαντικά ζητήματα της ζωής και της υγείας του παιδιού λαμβάνονται στο πλαίσιο της γονικής μέριμνας και, όταν υπάρχει σοβαρή διαφωνία, ενδέχεται να απαιτηθεί η επίλυσή της μέσω των προβλεπόμενων νομικών διαδικασιών. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η έγκαιρη ενημέρωση από νομικό σύμβουλο ή από τις αρμόδιες υπηρεσίες μπορεί να βοηθήσει τους γονείς να κατανοήσουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, έχοντας πάντα ως βασικό κριτήριο το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού.

Αξίζει, ωστόσο, να τονιστεί ότι η ψυχολογική υποστήριξη δεν περιορίζεται αποκλειστικά στο θεραπευτικό γραφείο. Η σταθερή παρουσία ενός διαθέσιμου ενήλικα, η συνεργασία ανάμεσα στους γονείς, η ύπαρξη υποστηρικτικού οικογενειακού και κοινωνικού δικτύου, καθώς και η ανοιχτή επικοινωνία μέσα στην οικογένεια αποτελούν από μόνα τους ισχυρούς προστατευτικούς παράγοντες για την ψυχική ανθεκτικότητα των παιδιών.

Πότε είναι σημαντικό να αναζητηθεί η βοήθεια ενός ειδικού;

Είναι φυσιολογικό ένα παιδί να παρουσιάσει συναισθηματικές ή συμπεριφορικές αλλαγές μετά τον χωρισμό των γονέων του. Οι αντιδράσεις αυτές αποτελούν, τις περισσότερες φορές, μέρος μιας φυσιολογικής διαδικασίας προσαρμογής και υποχωρούν σταδιακά καθώς το παιδί αποκτά ξανά αίσθηση ασφάλειας και σταθερότητας.

Υπάρχουν, όμως, περιπτώσεις στις οποίες οι δυσκολίες επιμένουν ή εντείνονται. Για παράδειγμα, όταν το παιδί εμφανίζει έντονη θλίψη ή άγχος που διαρκεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, αποσύρεται από δραστηριότητες που προηγουμένως απολάμβανε, παρουσιάζει σημαντικές αλλαγές στον ύπνο ή στη διατροφή, εκφράζει επίμονες ενοχές, παρουσιάζει σοβαρές δυσκολίες στο σχολείο ή στις σχέσεις με συνομηλίκους ή εκδηλώνει έντονη επιθετικότητα, είναι σημαντικό να αξιολογηθεί από επαγγελματία ψυχικής υγείας.

Αντίστοιχα, όταν η σύγκρουση μεταξύ των γονέων παραμένει ιδιαίτερα έντονη, όταν το παιδί βρίσκεται διαρκώς στη μέση των αντιπαραθέσεων ή όταν η επικοινωνία μεταξύ των γονέων έχει διακοπεί πλήρως, η υποστήριξη της οικογένειας μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμη. Σε πολλές περιπτώσεις, η παρέμβαση δεν αφορά μόνο το παιδί, αλλά ολόκληρο το οικογενειακό σύστημα, με στόχο την αποκατάσταση πιο λειτουργικών τρόπων επικοινωνίας και συνεργασίας.

Η έγκαιρη αναζήτηση βοήθειας δεν σημαίνει ότι η κατάσταση είναι σοβαρή ή μη αναστρέψιμη. Αντίθετα, συχνά αποτελεί έναν τρόπο πρόληψης, που μπορεί να μειώσει τη διάρκεια και την ένταση των δυσκολιών, ενισχύοντας τόσο την ψυχική ανθεκτικότητα του παιδιού όσο και την αίσθηση επάρκειας των γονέων

Βιβλιογραφία

Amato, P. R. (2000). The consequences of divorce for adults and children. Journal of Marriage and Family, 62(4), 1269–1287. https://doi.org/10.1111/j.1741-3737.2000.01269.x

Amato, P. R. (2010). Research on divorce: Continuing trends and new developments. Journal of Marriage and Family, 72(3), 650–666. https://doi.org/10.1111/j.1741-3737.2010.00723.x

Ahrons, C. R. (2007). Family ties after divorce: Long-term implications for children. W. W. Norton & Company.

Bowlby, J. (1988). A secure base: Parent-child attachment and healthy human development. Basic Books.

Emery, R. E. (1999). Marriage, divorce, and children’s adjustment (2nd ed.). Sage Publications.

Hetherington, E. M., & Kelly, J. (2002). For better or for worse: Divorce reconsidered. W. W. Norton & Company.

Kelly, J. B., & Emery, R. E. (2003). Children’s adjustment following divorce: Risk and resilience perspectives. Family Relations, 52(4), 352–362. https://doi.org/10.1111/j.1741-3729.2003.00352.x

Lamb, M. E. (Ed.). (2012). The role of the father in child development (5th ed.). John Wiley & Sons.

Minuchin, S. (1974). Families and family therapy. Harvard University Press.

Walsh, F. (2016). Strengthening family resilience (3rd ed.). Guilford Press.

https://psychologos-paidopsychologos.gr/wp-content/uploads/2024/07/maria_griva_logo_new-150x150.png

Ακολουθήστε μας:

https://psychologos-paidopsychologos.gr/wp-content/uploads/2018/01/Celeste-logo-white.png

Social Media:

Μαρία Γρίβα M.Sc

Mέλος του Συλλόγου Ελλήνων Ψυχολόγων (ΣΕΨ), Εταιρείας Ψυχοκοινωνικής Υγείας του Παιδιού και του Εφήβου (Ε.Ψ.Υ.Π.Ε.) καί της Ελληνικής Εταιρίας Συστημικής Θεραπείας ( ΕΛΕΣΥΘ) . Kάτοχος του EYPΩΠAIKOY ΠIΣTOΠOIHTIKOY ΨYXOΘEPAΠEIAΣ (ECP) από την European Association for Psychotherapy (EAP).

Copyright by epsilon.com.gr. All rights reserved.