Όταν οι κανόνες των σχέσεων αλλάζουν
«Αν συμβεί κάτι, δεν θέλω να μου το πεις.»
Μια φράση σαν αυτή μπορεί να προκαλέσει αμηχανία, απορία ή ακόμη και έντονη διαφωνία. Για κάποιους μοιάζει ασύμβατη με την έννοια της αγάπης. Για άλλους αποτελεί μια συνειδητή επιλογή που προστατεύει τη σχέση από συγκρούσεις που θεωρούν περιττές.
Η αλήθεια είναι ότι οι ανθρώπινες σχέσεις δεν υπήρξαν ποτέ στατικές. Κάθε εποχή επαναδιαπραγματεύεται τι σημαίνει συντροφικότητα, δέσμευση, πίστη και ελευθερία. Αν στο παρελθόν οι περισσότεροι θεωρούσαν αυτονόητο ότι κάθε σχέση ακολουθεί ένα συγκεκριμένο μοντέλο, σήμερα τα ζευγάρια φαίνεται να αναζητούν όλο και περισσότερο τρόπους που ανταποκρίνονται στις δικές τους αξίες, ανάγκες και εμπειρίες.
Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα εμφανίζεται όλο και συχνότερα ο όρος DADT (Don’t Ask, Don’t Tell), δηλαδή «Μη ρωτάς, μη λες». Πρόκειται για μια μορφή συμφωνίας που μπορεί να υιοθετήσουν ορισμένα ζευγάρια, σύμφωνα με την οποία ενδεχόμενες ερωτικές ή σεξουαλικές εμπειρίες εκτός της σχέσης δεν αποτελούν αντικείμενο ερωτήσεων ή αποκαλύψεων μεταξύ των συντρόφων.
Συχνά, η πρώτη αντίδραση απέναντι σε μια τέτοια συμφωνία είναι να αναρωτηθούμε αν είναι «σωστή» ή «λάθος». Ωστόσο, αυτή η ερώτηση ίσως μας απομακρύνει από το ουσιαστικότερο ζήτημα.
Στην ψυχοθεραπεία σχέσεων, και ιδιαίτερα μέσα από τη συστημική προσέγγιση, οι συμφωνίες ενός ζευγαριού δεν αξιολογούνται με βάση το κατά πόσο μοιάζουν με εκείνες άλλων ανθρώπων. Εκείνο που αποκτά μεγαλύτερη σημασία είναι η λειτουργία που εξυπηρετούν μέσα στη συγκεκριμένη σχέση.
Τι προσπαθεί να προστατεύσει αυτή η συμφωνία;
Ποιες ανάγκες καλύπτει;
Και, κυρίως, αποτελεί μια κοινή επιλογή ή έναν σιωπηρό συμβιβασμό;
Οι απαντήσεις δεν είναι ίδιες για όλους. Γι’ αυτό και κάθε σχέση χρειάζεται να κατανοείται μέσα στη δική της ιστορία.
Τι είναι το DADT;
Το Don’t Ask, Don’t Tell (DADT) περιγράφει μια συμφωνία μεταξύ δύο συντρόφων σύμφωνα με την οποία μπορεί να υπάρχουν ερωτικές ή σεξουαλικές επαφές εκτός της σχέσης, χωρίς όμως αυτές να συζητούνται ή να αποκαλύπτονται.
Η βασική αρχή της συμφωνίας είναι απλή: δεν γίνονται ερωτήσεις και δεν δίνονται πληροφορίες.
Αξίζει να διευκρινιστεί ότι ο όρος αυτός, όταν χρησιμοποιείται στην ψυχολογία των σχέσεων, δεν σχετίζεται με την παλαιότερη στρατιωτική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών που έφερε το ίδιο όνομα. Αντίθετα, αφορά μια συγκεκριμένη δυναμική που μπορεί να αναπτυχθεί μέσα σε ορισμένες συντροφικές σχέσεις.
Παρότι αρκετοί ταυτίζουν το DADT με τις ανοιχτές σχέσεις, η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Στη διεθνή βιβλιογραφία, το DADT δεν αντιμετωπίζεται ως ξεχωριστό μοντέλο σχέσης, αλλά ως μία πιθανή συμφωνία που μπορεί να ενταχθεί στο ευρύτερο πλαίσιο των συναινετικών μη μονογαμικών σχέσεων (Consensual Non-Monogamy – CNM). Κοινό χαρακτηριστικό αυτών των σχέσεων είναι ότι οι κανόνες διαμορφώνονται μέσα από τη γνώση και τη συναίνεση όλων των εμπλεκομένων και δεν ταυτίζονται με την απιστία ή την εξαπάτηση.
Με άλλα λόγια, η διαφορά δεν βρίσκεται απαραίτητα στο αν υπάρχουν ή όχι εξωσχεσιακές εμπειρίες, αλλά στον τρόπο με τον οποίο αυτές εντάσσονται στις συμφωνίες του ζευγαριού.
Η σιωπή σημαίνει πάντα έλλειψη επικοινωνίας;
Ίσως αυτό να είναι το πρώτο ερώτημα που γεννιέται όταν ακούμε για το DADT.
Έχουμε μάθει να συνδέουμε την καλή επικοινωνία με τη διαφάνεια. Να πιστεύουμε ότι όσο περισσότερα γνωρίζουν οι σύντροφοι ο ένας για τον άλλον, τόσο πιο υγιής είναι η σχέση τους.
Στην πράξη, όμως, οι ανθρώπινες σχέσεις είναι πιο περίπλοκες.
Υπάρχουν ζευγάρια που μοιράζονται κάθε σκέψη τους και παρ’ όλα αυτά νιώθουν βαθιά αποξενωμένα. Υπάρχουν και ζευγάρια που επιλέγουν να διατηρούν ορισμένες πλευρές της προσωπικής τους ζωής ιδιωτικές, χωρίς αυτό να μειώνει την αίσθηση ασφάλειας ή εγγύτητας που βιώνουν.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η σιωπή είναι από μόνη της θεραπευτική ή ότι η αποφυγή δύσκολων συζητήσεων ενισχύει μια σχέση.
Σημαίνει, όμως, ότι η ίδια συμπεριφορά μπορεί να έχει εντελώς διαφορετικό νόημα ανάλογα με το πλαίσιο μέσα στο οποίο εμφανίζεται.
Η συστημική σκέψη μας καλεί να μετατοπίσουμε το ενδιαφέρον μας από τη συμπεριφορά στη λειτουργία της. Δηλαδή, αντί να ρωτήσουμε «Γιατί δεν μιλούν;», ίσως είναι πιο χρήσιμο να αναρωτηθούμε «Τι εξυπηρετεί αυτή η σιωπή για το συγκεκριμένο ζευγάρι;».
Για κάποιους, η σιωπή μπορεί να αποτελεί έναν τρόπο διατήρησης της ψυχικής ηρεμίας. Για άλλους, έναν μηχανισμό προστασίας από τη ζήλια. Και σε άλλες περιπτώσεις, μπορεί να είναι μια προσπάθεια αποφυγής συγκρούσεων που το ζευγάρι αισθάνεται ότι δεν μπορεί να διαχειριστεί.
Το νόημα, επομένως, δεν βρίσκεται στη συμφωνία καθαυτή, αλλά στον τρόπο με τον οποίο αυτή βιώνεται από τους ανθρώπους που τη δημιούργησαν.
Κάθε σχέση διαμορφώνει τους δικούς της κανόνες. Το ζητούμενο δεν είναι αν αυτοί οι κανόνες μοιάζουν με των άλλων, αλλά αν μπορούν να στηρίξουν μια σχέση που βασίζεται στην αμοιβαία επιλογή, τον σεβασμό και την αίσθηση ασφάλειας.
Γιατί κάποια ζευγάρια επιλέγουν το DADT;
Όταν ακούμε για μια συμφωνία όπως το DADT, είναι εύκολο να σταθούμε στο περιεχόμενό της. Να αναρωτηθούμε αν θα μπορούσαμε εμείς να ζήσουμε με αυτόν τον τρόπο ή αν μια τέτοια επιλογή είναι συμβατή με τη δική μας αντίληψη για τη συντροφικότητα.
Ίσως, όμως, το πιο ενδιαφέρον ερώτημα δεν είναι «τι κάνουν οι άνθρωποι», αλλά «τι προσπαθούν να πετύχουν μέσα από αυτό που κάνουν».
Στη θεραπεία ζεύγους, οι συμπεριφορές σπάνια έχουν ένα και μόνο νόημα. Η ίδια συμφωνία μπορεί να γεννιέται από εντελώς διαφορετικές ανάγκες, ανάλογα με την ιστορία, τις εμπειρίες και τον τρόπο που έχει μάθει κάθε ζευγάρι να σχετίζεται.
Για ορισμένους ανθρώπους, το DADT αποτελεί μια προσπάθεια να συνδυάσουν δύο σημαντικές ανάγκες: τη σταθερότητα της συντροφικής σχέσης και την προσωπική αυτονομία. Δεν βιώνουν αυτές τις δύο πλευρές ως αντικρουόμενες, αλλά αναζητούν έναν τρόπο να συνυπάρξουν.
Για άλλους, η συμφωνία αυτή λειτουργεί ως ένας τρόπος προστασίας της καθημερινότητας. Δεν θεωρούν ότι κάθε πληροφορία είναι απαραίτητο να μοιράζεται, ιδιαίτερα όταν πιστεύουν ότι η γνώση μιας εξωσχεσιακής εμπειρίας θα προκαλούσε περισσότερο πόνο παρά ουσιαστική σύνδεση.
Υπάρχουν, βέβαια, και περιπτώσεις όπου η επιλογή αυτή γεννιέται από τον φόβο. Τον φόβο της απώλειας, της σύγκρουσης ή της μοναξιάς. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το DADT μπορεί να μην αποτελεί μια πραγματικά κοινή συμφωνία, αλλά έναν συμβιβασμό που γίνεται προκειμένου να διατηρηθεί η σχέση.
Η εξωτερική εικόνα μπορεί να είναι ίδια. Η ψυχολογική λειτουργία, όμως, είναι εντελώς διαφορετική.
Η σημασία της συναίνεσης: όταν η συμφωνία ανήκει και στους δύο
Η διεθνής βιβλιογραφία γύρω από τις συναινετικές μη μονογαμικές σχέσεις επισημαίνει σταθερά ότι ο καθοριστικός παράγοντας δεν είναι το μοντέλο της σχέσης, αλλά ο τρόπος με τον οποίο διαμορφώνονται οι συμφωνίες ανάμεσα στους συντρόφους. Η αμοιβαία συναίνεση, η σαφήνεια των ορίων και η δυνατότητα επαναδιαπραγμάτευσης φαίνεται να συνδέονται με μεγαλύτερη ικανοποίηση από τη σχέση και υψηλότερα επίπεδα εμπιστοσύνης. Αντίθετα, όταν η συμφωνία επιβάλλεται, υπονοείται ή γίνεται αποδεκτή υπό πίεση, αυξάνεται ο κίνδυνος συναισθηματικής δυσφορίας και απομάκρυνσης.
Αυτό είναι ένα σημείο που συχνά παραβλέπεται.
Δεν είναι λίγες οι φορές που οι άνθρωποι λένε «συμφωνήσαμε», ενώ στην πραγματικότητα ο ένας προσαρμόστηκε περισσότερο από τον άλλον. Η συναίνεση, όμως, δεν είναι απλώς η απουσία αντίρρησης. Είναι η δυνατότητα να πεις «ναι» χωρίς να φοβάσαι ότι αν πεις «όχι» θα χάσεις τον άνθρωπό σου.
Αυτός είναι και ο λόγος που στη θεραπεία σχέσεων οι συμφωνίες αντιμετωπίζονται ως μια διαρκής διαδικασία και όχι ως ένα συμβόλαιο που υπογράφεται μία φορά. Οι άνθρωποι αλλάζουν. Οι ανάγκες τους αλλάζουν. Και μια συμφωνία που κάποτε εξυπηρετούσε το ζευγάρι μπορεί, μετά από χρόνια, να χρειάζεται αναθεώρηση.
Η εμπιστοσύνη δεν είναι το ίδιο με τη διαφάνεια
Ίσως ένα από τα πιο δύσκολα ερωτήματα που θέτει το DADT είναι τι σημαίνει, τελικά, εμπιστοσύνη.
Για αρκετούς ανθρώπους, η εμπιστοσύνη ταυτίζεται με την πλήρη διαφάνεια. Με την πεποίθηση ότι οι σύντροφοι δεν κρατούν μυστικά μεταξύ τους.
Για άλλους, όμως, η εμπιστοσύνη συνδέεται περισσότερο με τη βεβαιότητα ότι ο άλλος θα σεβαστεί τις κοινές συμφωνίες, ακόμη κι αν δεν γνωρίζεις κάθε λεπτομέρεια της προσωπικής του ζωής.
Δεν υπάρχει μία απάντηση που να ισχύει για όλα τα ζευγάρια.
Υπάρχει, όμως, μια διάκριση που αξίζει να κρατήσουμε.
Η ιδιωτικότητα δεν είναι απαραίτητα το ίδιο με τη μυστικότητα.
Η ιδιωτικότητα αφορά το δικαίωμα κάθε ανθρώπου να διατηρεί έναν προσωπικό ψυχικό χώρο. Η μυστικότητα, αντίθετα, συνδέεται συχνότερα με την απόκρυψη πληροφοριών που, αν γίνονταν γνωστές, θα ανέτρεπαν τις συμφωνίες της σχέσης.
Η διάκριση αυτή είναι λεπτή, αλλά ουσιαστική.
Ένα ζευγάρι μπορεί να επιλέγει συνειδητά ότι ορισμένες πληροφορίες δεν χρειάζεται να κοινοποιούνται. Αυτό διαφέρει σημαντικά από μια κατάσταση στην οποία ο ένας σύντροφος αποκρύπτει στοιχεία παραβιάζοντας όσα έχουν συμφωνηθεί.
Η συστημική ματιά: κάθε συμφωνία αποκτά νόημα μέσα στη σχέση που τη δημιουργεί
Η συστημική προσέγγιση μάς καλεί να απομακρυνθούμε από τις εύκολες κατηγοριοποιήσεις.
Δεν αναζητά ποιο μοντέλο σχέσης είναι πιο «σωστό». Αναζητά να κατανοήσει πώς οργανώνεται η σχέση ως σύστημα.
Με αυτό το βλέμμα, το DADT δεν είναι ούτε ένδειξη ώριμης συντροφικότητας ούτε απόδειξη δυσλειτουργίας.
Είναι μια συμφωνία που αποκτά νόημα μόνο όταν εξετάζεται μέσα στη συγκεκριμένη ιστορία του ζευγαριού.
Τι συνέβη πριν δημιουργηθεί;
Ποιες δυσκολίες προσπαθεί να διαχειριστεί;
Ποιες αξίες εκφράζει;
Και, ίσως το πιο σημαντικό, αφήνει και τους δύο ανθρώπους με την αίσθηση ότι μπορούν να υπάρχουν αυθεντικά μέσα στη σχέση;
Η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα είναι πολύ πιο αποκαλυπτική από οποιαδήποτε ετικέτα.
Γιατί, τελικά, οι σχέσεις δεν καθορίζονται μόνο από τους κανόνες που θέτουν οι άνθρωποι. Καθορίζονται από το αν αυτοί οι κανόνες δημιουργούν περισσότερο χώρο για σύνδεση ή περισσότερο χώρο για μοναξιά.
Όταν η σιωπή προστατεύει… και όταν απομακρύνει
Δεν είναι όλες οι σιωπές ίδιες.
Υπάρχουν στιγμές που η σιωπή λειτουργεί σαν ένας χώρος ανάπαυσης. Επιτρέπει στους ανθρώπους να επεξεργαστούν όσα νιώθουν, χωρίς να χρειάζεται να δώσουν άμεσα εξηγήσεις. Υπάρχουν όμως και στιγμές που η σιωπή μοιάζει περισσότερο με έναν τοίχο. Όχι επειδή προστατεύει τη σχέση, αλλά επειδή εμποδίζει τη συνάντηση. Η διαφορά ανάμεσα στις δύο δεν βρίσκεται στις λέξεις που ειπώθηκαν ή δεν ειπώθηκαν. Βρίσκεται στον λόγο για τον οποίο επιλέχθηκε η σιωπή.
Ας φανταστούμε ένα ζευγάρι που έχει συμφωνήσει συνειδητά ότι δεν επιθυμεί να μοιράζεται πληροφορίες για πιθανές εξωσχεσιακές εμπειρίες. Και οι δύο γνωρίζουν τα όρια της συμφωνίας, αισθάνονται ελεύθεροι να την επανεξετάσουν όποτε χρειαστεί και βιώνουν τη σχέση τους ως έναν ασφαλή χώρο όπου μπορούν να εκφράζουν φόβους, ανάγκες και επιθυμίες. Σε αυτή την περίπτωση, η σιωπή δεν είναι απαραίτητα ένδειξη απομάκρυνσης. Είναι ένα όριο που έχει αποκτήσει κοινό νόημα. Ας φανταστούμε, όμως, ένα διαφορετικό ζευγάρι. Ο ένας σύντροφος αποδέχεται το DADT γιατί φοβάται ότι αν εκφράσει τη διαφωνία του, η σχέση θα τελειώσει. Κάθε φορά που νιώθει ζήλια ή ανασφάλεια, επιλέγει να σωπάσει για να μη θεωρηθεί «υπερβολικός» ή «ελεγκτικός». Σταδιακά, όμως, δεν αποφεύγει μόνο τις συγκρούσεις. Αποφεύγει και τον ίδιο του τον εαυτό. Εξωτερικά, τα δύο ζευγάρια μοιάζουν να ακολουθούν την ίδια συμφωνία. Συναισθηματικά, όμως, ζουν σε δύο εντελώς διαφορετικές πραγματικότητες. Η δυσκολία δεν είναι η συμφωνία. Είναι όταν παύει να μπορεί να συζητηθεί. Ένα από τα χαρακτηριστικά των σχέσεων που εξελίσσονται είναι η δυνατότητα να αναθεωρούν τους κανόνες τους. Οι άνθρωποι αλλάζουν. Οι ανάγκες τους αλλάζουν. Αυτό που πριν από πέντε χρόνια έμοιαζε να εξυπηρετεί και τους δύο, μπορεί σήμερα να δημιουργεί απόσταση. Όταν μια συμφωνία αντιμετωπίζεται σαν κάτι αμετάβλητο, υπάρχει ο κίνδυνος να χαθεί η ευελιξία που χρειάζεται κάθε ζωντανή σχέση. Στη θεραπεία ζεύγους, συχνά δεν εστιάζουμε μόνο στο περιεχόμενο μιας συμφωνίας, αλλά στην ελευθερία των ανθρώπων να την επαναδιαπραγματευτούν.
Μπορεί κάποιος να πει: «Δεν νιώθω πια καλά με αυτό που είχαμε συμφωνήσει.» Ή μήπως φοβάται ότι ακόμη και αυτή η συζήτηση θα απειλήσει τη σχέση; Η δυνατότητα να αλλάξουν οι συμφωνίες, χωρίς να απειλείται ο δεσμός, αποτελεί συχνά ένδειξη ψυχικής ευελιξίας και συναισθηματικής ωριμότητας.
Πότε μια σχέση ίσως χρειάζεται υποστήριξη;
Καμία μορφή σχέσης δεν αποτελεί από μόνη της λόγο για να αναζητήσει κανείς θεραπεία. Υπάρχουν μονογαμικά ζευγάρια που υποφέρουν βαθιά και ζευγάρια με διαφορετικές συμφωνίες που βιώνουν μεγάλη συναισθηματική εγγύτητα. Εκείνο που συνήθως οδηγεί τους ανθρώπους στο θεραπευτικό γραφείο δεν είναι η μορφή της σχέσης τους, αλλά η δυσκολία να μιλήσουν για όσα συμβαίνουν ανάμεσά τους. Ίσως αξίζει να αναζητήσετε τη βοήθεια ενός επαγγελματία ψυχικής υγείας όταν παρατηρείτε ότι:
– οι συμφωνίες της σχέσης δημιουργούν περισσότερο φόβο παρά ασφάλεια,
– οι συζητήσεις γύρω από τα όρια καταλήγουν διαρκώς σε συγκρούσεις ή αποφυγή,
– ο ένας σύντροφος αισθάνεται ότι δεν έχει πραγματικό χώρο να εκφράσει τις ανάγκες του,
– η ζήλια, η καχυποψία ή η ανασφάλεια γίνονται κυρίαρχα συναισθήματα,
– η επικοινωνία περιορίζεται ολοένα και περισσότερο γύρω από σημαντικά ζητήματα.
Η θεραπεία δεν έχει στόχο να πείσει ένα ζευγάρι να γίνει μονογαμικό ή να υιοθετήσει μια ανοιχτή μορφή σχέσης. Στόχος της είναι να δημιουργήσει έναν ασφαλή χώρο όπου οι δύο άνθρωποι μπορούν να κατανοήσουν καλύτερα ο ένας τον άλλον, να επεξεργαστούν τις ανάγκες τους και να διαμορφώσουν συμφωνίες που ανταποκρίνονται στη σχέση που πραγματικά θέλουν να έχουν. Δεν υπάρχουν έτοιμες συνταγές Ίσως αυτή να είναι και η σημαντικότερη σκέψη που μπορούμε να κρατήσουμε. Συχνά αναζητούμε απαντήσεις του τύπου «λειτουργεί ή δεν λειτουργεί;». Όμως οι ανθρώπινες σχέσεις σπάνια υπακούν σε τόσο απλές κατηγορίες. Η ίδια συμφωνία μπορεί να ενισχύει την αίσθηση ασφάλειας σε ένα ζευγάρι και να γίνεται πηγή βαθιάς μοναξιάς για κάποιο άλλο. Γι’ αυτό, πριν αναρωτηθούμε αν το DADT είναι μια «καλή» ή μια «κακή» επιλογή, ίσως αξίζει να κάνουμε μια διαφορετική ερώτηση: Μας βοηθά αυτή η συμφωνία να ερχόμαστε πιο κοντά ή μας κρατά σε μια απόσταση που, με τον καιρό, γίνεται όλο και πιο δύσκολο να διανύσουμε; Καμία επιστημονική έρευνα δεν μπορεί να απαντήσει σε αυτό για λογαριασμό ενός συγκεκριμένου ζευγαριού. Η απάντηση βρίσκεται πάντοτε στον τρόπο με τον οποίο οι δύο άνθρωποι βιώνουν τη σχέση τους και στη δυνατότητά τους να συνεχίζουν να συναντιούνται με ειλικρίνεια, σεβασμό και διάθεση να ακούν όχι μόνο όσα λέγονται, αλλά και όσα μένουν σιωπηλά.
Βιβλιογραφία
American Psychological Association, Division 44. (2020). Consensual non-monogamy: What mental health professionals need to know. https://www.apadivisions.org/division-44/resources/consensual-non-monogamy.pdf
Digitalcommons.chapman.edu
Conley, T. D., Matsick, J. L., Moors, A. C., & Ziegler, A. (2017). Investigation of consensually nonmonogamous relationships: Theories, methods, and new directions. Perspectives on Psychological Science, 12(2), 205–232. https://doi.org/10.1177/1745691616667925
PubMed
Haupert, M. L., Moors, A. C., Gesselman, A. N., & Garcia, J. R. (2017). Estimates and correlates of engagement in consensually non-monogamous relationships. Current Sexual Health Reports, 9(4), 155–165.
Rubel, A. N., & Bogaert, A. F. (2015). Consensual nonmonogamy: Psychological well-being and relationship quality correlates. The Journal of Sex Research, 52(9), 961–982.
Schechinger, H. A., Sakaluk, J. K., & Moors, A. C. (2018). Harmful and helpful therapy practices with consensually non-monogamous clients: Toward an inclusive framework. Journal of Consulting and Clinical Psychology, 86(11), 879–891. https://doi.org/10.1037/ccp0000349





