Trauma Bond: Γιατί η αγάπη δεν αρκεί πάντα για να φύγουμε

Υπάρχουν σχέσεις που, όταν τις παρατηρεί κανείς απ’ έξω, μοιάζουν εύκολο να τερματιστούν. Η κακοποίηση είναι εμφανής, η απαξίωση επαναλαμβάνεται και οι υποσχέσεις διαψεύδονται ξανά και ξανά. Κι όμως, ο άνθρωπος που βρίσκεται μέσα σε αυτή τη σχέση δυσκολεύεται να απομακρυνθεί. Επιστρέφει, ελπίζει, συγχωρεί, αμφιβάλλει και πολλές φορές νιώθει ενοχές επειδή δεν κατάφερε να φύγει νωρίτερα. Η πρώτη αντίδραση των τρίτων είναι συχνά απλή: «Αφού υποφέρει, γιατί δεν φεύγει;». Ωστόσο, αυτό το ερώτημα προϋποθέτει ότι οι ανθρώπινες σχέσεις καθοδηγούνται αποκλειστικά από τη λογική.

Η ψυχολογία, και ιδιαίτερα η ψυχαναλυτική σκέψη, μας υπενθυμίζει ότι οι πιο σημαντικοί δεσμοί της ζωής μας δεν συγκροτούνται μόνο μέσα από συνειδητές επιλογές, αλλά και μέσα από ανάγκες, επιθυμίες, φόβους και ασυνείδητες προσδοκίες που συχνά δεν αντιλαμβανόμαστε πλήρως (Freud, 1920/1955· Fonagy et al., 2002). Τα τελευταία χρόνια, ο όρος trauma bond χρησιμοποιείται ολοένα και συχνότερα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να περιγράψει κάθε δύσκολο ή έντονο συναισθηματικό χωρισμό. Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται για μια πολύ πιο συγκεκριμένη έννοια. Δεν περιγράφει οποιαδήποτε σχέση από την οποία είναι δύσκολο να αποχωρήσει κανείς, ούτε κάθε περίπτωση συναισθηματικής εξάρτησης. Αναφέρεται σε έναν ισχυρό συναισθηματικό δεσμό που μπορεί να αναπτυχθεί μέσα σε σχέσεις όπου η φροντίδα και η τρυφερότητα εναλλάσσονται με την κακοποίηση, τον φόβο ή τον έλεγχο, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο προσκόλλησης που γίνεται εξαιρετικά δύσκολο να διαρραγεί (Dutton & Painter, 1993).

Το άρθρο αυτό δεν επιχειρεί να χαρακτηρίσει ανθρώπους ούτε να δώσει εύκολες απαντήσεις. Αντίθετα, επιδιώκει να κατανοήσει γιατί ορισμένοι δεσμοί επιμένουν ακόμη και όταν προκαλούν πόνο. Γιατί, κάποιες φορές, η αγάπη δεν αρκεί για να μείνουμε, αλλά ούτε και ο πόνος αρκεί για να φύγουμε.

Τι είναι πραγματικά το trauma bond;

Ο όρος trauma bond περιγράφηκε από τους Dutton και Painter (1993) για να εξηγήσει έναν ιδιαίτερο συναισθηματικό δεσμό που μπορεί να αναπτυχθεί ανάμεσα σε ένα άτομο που ασκεί κακοποίηση και σε εκείνο που τη βιώνει. Πρόκειται για μια σχεσιακή δυναμική στην οποία η βία, ο φόβος, η απαξίωση ή ο έλεγχος δεν είναι απαραίτητα συνεχείς, αλλά εναλλάσσονται με στιγμές τρυφερότητας, μεταμέλειας, εγγύτητας ή υποσχέσεων αλλαγής. Αυτή ακριβώς η εναλλαγή είναι που καθιστά τον δεσμό τόσο ισχυρό και ταυτόχρονα τόσο δύσκολο να λυθεί (Dutton & Painter, 1993). Είναι σημαντικό να διευκρινιστεί ότι το trauma bond δεν αποτελεί επίσημη ψυχιατρική διάγνωση, ούτε κάθε δυσλειτουργική σχέση οδηγεί στη δημιουργία ενός τέτοιου δεσμού. Ο όρος χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια συγκεκριμένη σχεσιακή δυναμική, η οποία έχει παρατηρηθεί κυρίως σε περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας, κακοποιητικών ερωτικών σχέσεων, αλλά και σε ορισμένες οικογενειακές ή εξαρτητικές σχέσεις όπου συνυπάρχουν ανισορροπία δύναμης, φόβος και συναισθηματική εξάρτηση.

Από μια ψυχαναλυτική σκοπιά, το ενδιαφέρον δεν περιορίζεται μόνο στη συμπεριφορά εκείνου που ασκεί κακοποίηση. Το ερώτημα μετατοπίζεται προς το τι συμβαίνει μέσα στον ψυχισμό ενός ανθρώπου, ώστε ο δεσμός να επιμένει ακόμη και όταν προκαλεί πόνο. Η ψυχανάλυση αντιμετωπίζει τον δεσμό ως κάτι πολύ περισσότερο από μια συνειδητή επιλογή. Από τη γέννησή μας, οι πρώτες σχέσεις με τους σημαντικούς άλλους διαμορφώνουν εσωτερικούς τρόπους με τους οποίους αντιλαμβανόμαστε την αγάπη, την ασφάλεια, την απόρριψη και την εγγύτητα. Οι εμπειρίες αυτές δεν λειτουργούν ως πιστά αντίγραφα που αναπαράγονται αργότερα στη ζωή, αλλά ως εσωτερικά μοντέλα σχέσεων που επηρεάζουν τις προσδοκίες, τις επιθυμίες και τους φόβους μας (Bowlby, 1969/1982· Fonagy et al., 2002).

Έτσι, όταν μια σχέση εναλλάσσει τη ζεστασιά με την απόρριψη, την εγγύτητα με την απειλή και την αποδοχή με την απαξίωση, δεν κινητοποιεί μόνο το παρόν. Ενεργοποιεί βαθύτερα στρώματα της ψυχικής ζωής, όπου η ανάγκη για αγάπη συνυπάρχει με τον φόβο της εγκατάλειψης και την ελπίδα ότι «αυτή τη φορά τα πράγματα θα είναι διαφορετικά». Ίσως γι’ αυτό πολλοί άνθρωποι που βρίσκονται σε μια κακοποιητική σχέση δεν περιγράφουν ότι αγαπούν συνεχώς τον σύντροφό τους. Αντίθετα, μιλούν για μια επώδυνη αμφιθυμία. Υπάρχουν στιγμές που θέλουν να φύγουν και άλλες που νιώθουν πως δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς τον άλλον. Θυμώνουν, απομακρύνονται, επιστρέφουν και ελπίζουν ξανά.

Η ψυχαναλυτική σκέψη δεν βλέπει αυτή την αντίφαση ως ένδειξη αδυναμίας, αλλά ως έκφραση της πολυπλοκότητας του ανθρώπινου ψυχισμού, μέσα στον οποίο αντίθετα συναισθήματα μπορούν να συνυπάρχουν για το ίδιο πρόσωπο (Mitchell & Black, 2016). Γι’ αυτό και η φράση «αφού σε πληγώνει, γιατί δεν φεύγεις;» συχνά δεν βοηθά. Υπονοεί ότι η απόφαση για απομάκρυνση είναι αποκλειστικά ζήτημα λογικής. Στην πραγματικότητα, όταν ένας δεσμός έχει επενδυθεί με βαθιές συναισθηματικές ανάγκες, η αποχώρηση δεν βιώνεται μόνο ως το τέλος μιας σχέσης. Μπορεί να βιώνεται ως απώλεια μιας ελπίδας, μιας φαντασίωσης ή ακόμη και ενός μέρους της ίδιας της ταυτότητας. Αυτό είναι που κάνει το trauma bond τόσο δύσκολο να κατανοηθεί από όσους το παρατηρούν μόνο από έξω.

Γιατί είναι τόσο δύσκολο να φύγει κανείς;

Ένα από τα μεγαλύτερα παράδοξα του trauma bond είναι ότι, όσο περισσότερο υποφέρει ένας άνθρωπος, τόσο πιο δύσκολο μπορεί να του είναι να απομακρυνθεί. Για όσους παρατηρούν τη σχέση από απόσταση, αυτό μοιάζει ακατανόητο. Όταν, όμως, εξετάσουμε τις ψυχολογικές διεργασίες που ενεργοποιούνται μέσα σε έναν τέτοιο δεσμό, η εικόνα γίνεται περισσότερο σύνθετη. Από τη σκοπιά της θεωρίας του δεσμού, οι στενές σχέσεις ενεργοποιούν το βιολογικό μας σύστημα αναζήτησης ασφάλειας. Όταν αισθανόμαστε ότι κινδυνεύουμε να χάσουμε ένα πρόσωπο στο οποίο έχουμε επενδύσει συναισθηματικά, το σύστημα αυτό δεν μας ωθεί απαραίτητα να απομακρυνθούμε. Αντίθετα, πολλές φορές ενισχύει την ανάγκη να αποκαταστήσουμε τη σύνδεση, ακόμη και όταν η ίδια η σχέση αποτελεί πηγή πόνου (Bowlby, 1969/1982).

Εδώ ακριβώς βρίσκεται ένα από τα πιο επώδυνα στοιχεία του trauma bond: το πρόσωπο που προκαλεί τον φόβο είναι ταυτόχρονα και το πρόσωπο από το οποίο αναζητείται η ανακούφιση. Εκείνος που πληγώνει γίνεται και εκείνος που υπόσχεται ότι θα θεραπεύσει την πληγή. Η αντίφαση αυτή δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο, στον οποίο η απομάκρυνση μπορεί να βιώνεται όχι ως λύση, αλλά ως ακόμη μεγαλύτερη απειλή. Η δυναμική αυτή ενισχύεται όταν η στοργή και η κακοποίηση εναλλάσσονται απρόβλεπτα. Η λεγόμενη διαλείπουσα ενίσχυση, ένας μηχανισμός που έχει μελετηθεί στη συμπεριφορική ψυχολογία, μπορεί να δημιουργήσει ιδιαίτερα ανθεκτικά μοτίβα προσκόλλησης. Όταν οι στιγμές τρυφερότητας εμφανίζονται απρόβλεπτα, ο άνθρωπος μπορεί να επενδύει ακόμη περισσότερο στη σχέση, ελπίζοντας ότι η «καλή πλευρά» του άλλου θα επιστρέψει (Walker, 1979).

Η ψυχαναλυτική σκέψη προσθέτει μια ακόμη διάσταση. Δεν είναι μόνο η συμπεριφορά του άλλου που διατηρεί τον δεσμό. Είναι και η εσωτερική σημασία που αποκτά αυτή η σχέση για τον ίδιο τον άνθρωπο. Ο Donald Winnicott υποστήριξε ότι η ανθρώπινη ανάπτυξη θεμελιώνεται μέσα στις πρώτες σχέσεις φροντίδας. Όταν αυτές οι σχέσεις χαρακτηρίζονται από ασυνέπεια, απρόβλεπτη ανταπόκριση ή συναισθηματική αστάθεια, το παιδί μπορεί να μάθει να συνδέει την αγάπη με την αναμονή, την αβεβαιότητα και την προσπάθεια να κερδίσει την αποδοχή του άλλου (Winnicott, 1965). Αυτό δεν σημαίνει ότι όποιος είχε μια δύσκολη παιδική ηλικία θα αναπτύξει trauma bond στην ενήλικη ζωή. Σημαίνει, όμως, ότι οι πρώιμες εμπειρίες μπορεί να επηρεάσουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την οικειότητα, την απόρριψη και την ασφάλεια στις μετέπειτα σχέσεις.

Από αυτή την οπτική, ο άνθρωπος που παραμένει σε μια κακοποιητική σχέση δεν αναζητά συνειδητά τον πόνο. Αναζητά την αποκατάσταση μιας σχέσης που εξακολουθεί να επενδύεται με την ελπίδα ότι κάποια στιγμή θα γίνει ασφαλής. Η ελπίδα αυτή μπορεί να αποδειχθεί πολλές φορές ισχυρότερη από τα ίδια τα γεγονότα. Ο Freud (1920/1955), περιγράφοντας την έννοια του καταναγκασμού της επανάληψης, παρατήρησε ότι ο άνθρωπος μπορεί να επανέρχεται σε εμπειρίες που του προκαλούν οδύνη, όχι επειδή επιθυμεί τον πόνο, αλλά επειδή ο ψυχισμός επιχειρεί ασυνείδητα να δώσει μια διαφορετική κατάληξη σε ένα παλιό και άλυτο βίωμα. Παρότι η σύγχρονη ψυχολογία αντιμετωπίζει αυτή την έννοια με μεγαλύτερη επιφύλαξη και δεν τη θεωρεί επαρκή εξήγηση από μόνη της, εξακολουθεί να αποτελεί ένα χρήσιμο ψυχαναλυτικό εργαλείο για να κατανοήσουμε γιατί ορισμένοι άνθρωποι δυσκολεύονται να εγκαταλείψουν σχέσεις που τους πληγώνουν.

Ίσως, λοιπόν, το ερώτημα να μην είναι «Γιατί μένει;». Ίσως το πιο ουσιαστικό ερώτημα να είναι «Τι ελπίζει ακόμη να βρει μέσα σε αυτή τη σχέση;». Πολλές φορές, αυτό που κρατά έναν άνθρωπο δεν είναι μόνο ο άλλος. Είναι η βαθιά επιθυμία να μεταμορφωθεί μια σχέση που κάποτε υποσχέθηκε ασφάλεια σε αυτό που πάντα είχε ανάγκη να είναι. Η κατανόηση αυτής της εσωτερικής πραγματικότητας δεν δικαιολογεί την κακοποίηση ούτε μειώνει την ευθύνη εκείνου που την ασκεί. Μας βοηθά, όμως, να αντιμετωπίσουμε με μεγαλύτερη ενσυναίσθηση εκείνον που δυσκολεύεται να φύγει, αντικαθιστώντας την κριτική με την κατανόηση. Έτσι, μπορούμε να δούμε το trauma bond όχι ως ένδειξη αδυναμίας, αλλά ως μια πολύπλοκη ψυχική διεργασία που αναπτύσσεται στη συνάντηση του τραύματος, του δεσμού και της ανθρώπινης ανάγκης για αγάπη.

Trauma bond ή συναισθηματική εξάρτηση; Δεν είναι το ίδιο

Ένα από τα πιο συνηθισμένα λάθη είναι να χρησιμοποιούνται ως συνώνυμοι οι όροι trauma bond, συναισθηματική εξάρτηση και έντονη ερωτική προσκόλληση. Αν και μπορεί να μοιράζονται ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά, δεν περιγράφουν το ίδιο ψυχολογικό φαινόμενο. Η συναισθηματική εξάρτηση αφορά την έντονη ανάγκη του ατόμου για την παρουσία, την επιβεβαίωση ή την αποδοχή του άλλου. Μπορεί να εμφανιστεί ακόμη και σε σχέσεις όπου δεν υπάρχει κακοποίηση, αν και συχνά δημιουργεί ανισορροπίες και δυσκολεύει την αυτονομία του ατόμου. Το trauma bond, αντίθετα, προϋποθέτει την ύπαρξη μιας σχέσης μέσα στην οποία η εγγύτητα συνυπάρχει με την επαναλαμβανόμενη κακοποίηση, τον φόβο, την ανισορροπία ισχύος ή τον εξαναγκαστικό έλεγχο (Dutton & Painter, 1993).

Η διάκριση αυτή είναι σημαντική, γιατί διαφορετικά κινδυνεύουμε να παθολογικοποιήσουμε κάθε δύσκολο χωρισμό ή κάθε έντονη συναισθηματική προσκόλληση. Δεν είναι κάθε άνθρωπος που δυσκολεύεται να αποχωριστεί έναν σύντροφο εγκλωβισμένος σε ένα trauma bond. Ο πόνος ενός χωρισμού μπορεί να είναι βαθύς χωρίς να υποδηλώνει κακοποιητική δυναμική. Αντίστοιχα, μια σχέση μπορεί να είναι δυσλειτουργική χωρίς να αναπτύσσεται ο ιδιαίτερος μηχανισμός που περιγράφει η έννοια του trauma bond. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας χρειάζεται να αποφεύγουν τη βιαστική χρήση του όρου. Η κατανόηση της ποιότητας ενός δεσμού απαιτεί να εξεταστούν η ιστορία της σχέσης, η συχνότητα και η ένταση των συμπεριφορών, η ύπαρξη φόβου ή ελέγχου, η ανισορροπία δύναμης και κυρίως ο τρόπος με τον οποίο ο ένας επηρεάζει την αίσθηση του εαυτού του άλλου.

Η θεραπεία δεν ξεκινά όταν φεύγει κανείς. Ξεκινά όταν αρχίζει να καταλαβαίνει

Συχνά πιστεύουμε ότι η πιο δύσκολη απόφαση είναι η αποχώρηση από μια κακοποιητική σχέση. Στην πραγματικότητα, για πολλούς ανθρώπους αυτή είναι μόνο η αρχή. Η απομάκρυνση δεν διαλύει αυτόματα τον ψυχικό δεσμό. Αντίθετα, είναι συνηθισμένο μετά τον χωρισμό να εμφανίζονται έντονη νοσταλγία, αμφιβολίες, ενοχές ή ακόμη και η επιθυμία επιστροφής. Πολλοί άνθρωποι αισθάνονται ότι τους λείπει κάποιος που ταυτόχρονα τους πλήγωσε βαθιά. Αυτή η εμπειρία προκαλεί σύγχυση και συχνά συνοδεύεται από ντροπή: «Πώς γίνεται να μου λείπει κάποιος που με έκανε να υποφέρω;».

Η ψυχαναλυτική σκέψη θα απαντούσε ότι δεν αποχωριζόμαστε μόνο έναν άνθρωπο. Αποχωριζόμαστε και τις εσωτερικές αναπαραστάσεις, τις προσδοκίες, τις φαντασιώσεις και τα νοήματα που είχε αποκτήσει αυτή η σχέση. Με άλλα λόγια, πολλές φορές πενθούμε όχι μόνο αυτό που υπήρξε, αλλά και αυτό που ελπίζαμε ότι κάποτε θα μπορούσε να γίνει. Ο André Green ανέδειξε τον τρόπο με τον οποίο ο ψυχισμός δεν επενδύει μόνο στα πραγματικά πρόσωπα, αλλά και στις ψυχικές σημασίες που αυτά αποκτούν για εμάς (Green, 1999). Έτσι, όταν μια σχέση τελειώνει, δεν χάνεται μόνο ο άλλος. Χάνεται και η ελπίδα μιας διαφορετικής έκβασης, η φαντασίωση ότι κάποια στιγμή η αγάπη θα υπερισχύσει του πόνου ή ότι η αναγνώριση που αναζητούσαμε τελικά θα έρθει.

Ίσως γι’ αυτό η θεραπευτική διαδικασία δεν επικεντρώνεται αποκλειστικά στο πώς θα «ξεχάσει» κάποιος τον πρώην σύντροφό του. Το ουσιαστικότερο ερώτημα είναι διαφορετικό: Τι αντιπροσώπευε αυτή η σχέση για τον ψυχισμό του; Όταν ο άνθρωπος αρχίζει να κατανοεί όχι μόνο ποιος ήταν ο άλλος, αλλά και γιατί αυτός ο συγκεκριμένος δεσμός απέκτησε τόσο μεγάλη ψυχική σημασία, τότε η σχέση μπορεί σταδιακά να πάψει να λειτουργεί ως ασυνείδητη αναγκαιότητα. Η κατανόηση δεν σβήνει τον πόνο, αλλά του δίνει νόημα. Και όταν ο πόνος αποκτά νόημα, γίνεται περισσότερο επεξεργάσιμος.

Η κατανόηση ως αρχή της αποδέσμευσης

Ίσως το μεγαλύτερο λάθος που μπορούμε να κάνουμε απέναντι σε έναν άνθρωπο που δυσκολεύεται να φύγει από μια κακοποιητική σχέση είναι να τον ρωτήσουμε: «Γιατί μένεις ακόμη;». Μια πιο ανθρώπινη και ψυχολογικά ουσιαστική ερώτηση θα ήταν: «Τι είναι αυτό που σε κρατά τόσο βαθιά δεμένο;». Η απάντηση σπάνια βρίσκεται μόνο στον άλλον άνθρωπο. Βρίσκεται στη συνάντηση δύο ιστοριών, δύο ψυχισμών και ενός δεσμού που κάποια στιγμή υποσχέθηκε ασφάλεια, ακόμη κι αν αργότερα μετατράπηκε σε πηγή πόνου.

Το trauma bond δεν αφορά την αδυναμία χαρακτήρα, ούτε σημαίνει ότι κάποιος «του αρέσει να υποφέρει». Περιγράφει μια σύνθετη ψυχική και σχεσιακή διεργασία, όπου η ανάγκη για σύνδεση, η ελπίδα, ο φόβος της απώλειας και οι πρώιμες εμπειρίες δεσμού αλληλεπιδρούν με τις πραγματικές συνθήκες μιας κακοποιητικής σχέσης. Η κατανόηση αυτής της πολυπλοκότητας δεν αποσκοπεί στο να δικαιολογήσει την κακοποίηση. Αντίθετα, μας βοηθά να αντικαταστήσουμε την κριτική με την ενσυναίσθηση και τις εύκολες απαντήσεις με βαθύτερα ερωτήματα. Γιατί πολλές φορές η αρχή της θεραπείας δεν βρίσκεται μόνο στη στιγμή που κάποιος βρίσκει τη δύναμη να φύγει, αλλά και στη στιγμή που αρχίζει να κατανοεί τον λόγο για τον οποίο είχε μείνει.

Βιβλιογραφία

Bowlby, J. (1982). Attachment and loss: Vol. 1. Attachment (2nd ed.). Basic Books. (Original work published 1969)

Dutton, D. G., & Painter, S. L. (1993). Emotional attachments in abusive relationships: A test of traumatic bonding theory. Violence and Victims, 8(2), 105–120.

Fonagy, P., Gergely, G., Jurist, E. L., & Target, M. (2002). Affect regulation, mentalization, and the development of the self. Other Press.

Freud, S. (1955). Beyond the pleasure principle. In J. Strachey (Ed. & Trans.), The standard edition of the complete psychological works of Sigmund Freud (Vol. 18, pp. 7–64). The Hogarth Press and the Institute of Psycho-Analysis. (Original work published 1920)

Green, A. (1999). The work of the negative (A. Weller, Trans.). Free Association Books.

Mitchell, S. A., & Black, M. J. (2016). Freud and beyond: A history of modern psychoanalytic thought. Basic Books.

Walker, L. E. (1979). The battered woman. Harper & Row.

Winnicott, D. W. (1965). The maturational processes and the facilitating environment: Studies in the theory of emotional development. The Hogarth Press and the Institute of Psycho-Analysis.

https://psychologos-paidopsychologos.gr/wp-content/uploads/2024/07/maria_griva_logo_new-150x150.png

Ακολουθήστε μας:

https://psychologos-paidopsychologos.gr/wp-content/uploads/2018/01/Celeste-logo-white.png

Social Media:

Μαρία Γρίβα M.Sc

Mέλος του Συλλόγου Ελλήνων Ψυχολόγων (ΣΕΨ), Εταιρείας Ψυχοκοινωνικής Υγείας του Παιδιού και του Εφήβου (Ε.Ψ.Υ.Π.Ε.) καί της Ελληνικής Εταιρίας Συστημικής Θεραπείας ( ΕΛΕΣΥΘ) . Kάτοχος του EYPΩΠAIKOY ΠIΣTOΠOIHTIKOY ΨYXOΘEPAΠEIAΣ (ECP) από την European Association for Psychotherapy (EAP).

Copyright by epsilon.com.gr. All rights reserved.