Εφηβεία και συγκρούσεις με τους γονείς: Γιατί συμβαίνουν και πώς αντιμετωπίζονται

Εισαγωγή

Η εφηβεία αποτελεί μία από τις πιο απαιτητικές περιόδους τόσο για τους ίδιους τους εφήβους όσο και για τους γονείς τους. Πολλοί γονείς περιγράφουν αυτή τη φάση ως μια περίοδο κατά την οποία «το παιδί τους άλλαξε». Ένας έφηβος που μέχρι πρόσφατα αναζητούσε τη συντροφιά και τη γνώμη των γονιών του μπορεί να αρχίσει να διεκδικεί περισσότερο προσωπικό χώρο, να αντιδρά σε κανόνες που παλαιότερα αποδεχόταν και να αμφισβητεί αποφάσεις που μέχρι τότε θεωρούσε αυτονόητες. Οι συζητήσεις γίνονται ευκολότερα αντιπαραθέσεις, οι διαφωνίες αποκτούν μεγαλύτερη ένταση και πολλές οικογένειες αρχίζουν να αναρωτιούνται αν αυτή η αλλαγή είναι φυσιολογική ή αν αποτελεί ένδειξη ότι κάτι δεν πηγαίνει καλά.

Η εικόνα αυτή μπορεί να δημιουργήσει στους γονείς αισθήματα ανησυχίας, απογοήτευσης ή ακόμη και ενοχής. Είναι συχνό να αναρωτιούνται αν έκαναν κάποιο λάθος στη διαπαιδαγώγηση του παιδιού τους ή αν η σχέση τους έχει αρχίσει να αποδυναμώνεται. Αντίστοιχα, και οι έφηβοι συχνά βιώνουν τις συγκρούσεις με έντονα συναισθήματα, χωρίς πάντοτε να διαθέτουν την ωριμότητα ή τις δεξιότητες για να εκφράσουν όσα πραγματικά αισθάνονται.

Ωστόσο, η σύγχρονη αναπτυξιακή ψυχολογία και η συστημική προσέγγιση προτείνουν μια διαφορετική οπτική. Οι συγκρούσεις στην εφηβεία δεν αποτελούν απαραίτητα ένδειξη δυσλειτουργίας. Αντίθετα, σε έναν βαθμό, αποτελούν αναμενόμενο μέρος της διαδικασίας μέσα από την οποία ο έφηβος προσπαθεί να διαμορφώσει την προσωπική του ταυτότητα και να αποκτήσει μεγαλύτερη αυτονομία (Steinberg, 2017). Παράλληλα, η οικογένεια καλείται να αναπροσαρμόσει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί, καθώς οι ανάγκες, οι ρόλοι και οι ισορροπίες που εξυπηρετούσαν την παιδική ηλικία δεν επαρκούν πλέον για τη νέα αναπτυξιακή φάση.

Η συστημική θεωρία αντιμετωπίζει την οικογένεια ως ένα ζωντανό σύστημα, όπου η αλλαγή ενός μέλους επηρεάζει αναπόφευκτα όλα τα υπόλοιπα. Η εφηβεία, επομένως, δεν αφορά μόνο την αλλαγή του παιδιού. Είναι μια περίοδος κατά την οποία ολόκληρη η οικογένεια καλείται να επαναπροσδιορίσει τον τρόπο με τον οποίο σχετίζεται. Αυτό σημαίνει ότι δεν προσαρμόζεται μόνο ο έφηβος στις νέες απαιτήσεις της ηλικίας του· προσαρμόζονται και οι γονείς στον νέο τρόπο με τον οποίο χρειάζεται πλέον να ασκούν τον γονεϊκό τους ρόλο.

Μέσα σε αυτή τη μετάβαση, οι συγκρούσεις αποκτούν ένα διαφορετικό νόημα. Δεν είναι απλώς στιγμές έντασης που πρέπει να εξαλειφθούν, αλλά ευκαιρίες μέσα από τις οποίες η οικογένεια διαπραγματεύεται εκ νέου την ισορροπία ανάμεσα στην ασφάλεια και την αυτονομία, στην προστασία και την ανεξαρτησία, στη σύνδεση και τη διαφοροποίηση.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε σύγκρουση είναι ωφέλιμη ούτε ότι οι γονείς θα πρέπει να αποδέχονται οποιαδήποτε συμπεριφορά. Σημαίνει, όμως, ότι ο στόχος δεν είναι η πλήρης απουσία συγκρούσεων. Οι οικογένειες που λειτουργούν με ασφάλεια δεν είναι εκείνες που δεν διαφωνούν ποτέ, αλλά εκείνες που μπορούν να παραμένουν συνδεδεμένες ακόμη και όταν διαφωνούν. Η ποιότητα μιας σχέσης δεν κρίνεται από το πόσο συχνά προκύπτουν εντάσεις, αλλά από το κατά πόσο οι άνθρωποι μπορούν να επιστρέφουν ο ένας προς τον άλλον μετά από αυτές.

Τι αλλάζει πραγματικά στην εφηβεία;

Η εφηβεία δεν αποτελεί μόνο μια περίοδο σωματικών αλλαγών. Είναι μια βαθιά αναπτυξιακή μετάβαση που επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο ο νέος αντιλαμβάνεται τον εαυτό του, τους άλλους και τη θέση του στον κόσμο. Οι ορμονικές μεταβολές, η γνωστική ανάπτυξη και οι αλλαγές στον εγκέφαλο συνδυάζονται με νέες κοινωνικές απαιτήσεις, δημιουργώντας μια περίοδο έντονης εσωτερικής αναδιοργάνωσης.

Κατά τη διάρκεια της εφηβείας, ο εγκέφαλος συνεχίζει να ωριμάζει. Περιοχές που σχετίζονται με την επεξεργασία των συναισθημάτων και την αναζήτηση ανταμοιβής εμφανίζουν αυξημένη δραστηριότητα, ενώ ο προμετωπιαίος φλοιός –ο οποίος συμβάλλει στον σχεδιασμό, στην αναστολή των παρορμήσεων και στη λήψη αποφάσεων– εξακολουθεί να αναπτύσσεται μέχρι τα μέσα της τρίτης δεκαετίας της ζωής (Siegel, 2014· Steinberg, 2017). Αυτό δεν σημαίνει ότι οι έφηβοι είναι ανώριμοι ή ανεύθυνοι. Σημαίνει ότι βρίσκονται σε μια περίοδο όπου η ένταση των συναισθημάτων συχνά προηγείται της πλήρους ανάπτυξης των μηχανισμών αυτορρύθμισης.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον Erik Erikson (1968), η βασική αναπτυξιακή πρόκληση της εφηβείας αφορά τη διαμόρφωση της προσωπικής ταυτότητας. Ο έφηβος προσπαθεί να απαντήσει σε ερωτήματα όπως «Ποιος είμαι;», «Τι πιστεύω;», «Ποια είναι η θέση μου στον κόσμο;». Για να μπορέσει να απαντήσει σε αυτά τα ερωτήματα χρειάζεται να διαφοροποιηθεί από τους γονείς του. Η διαφοροποίηση αυτή συχνά εκφράζεται μέσα από διαφωνίες, αμφισβήτηση κανόνων ή δοκιμή νέων τρόπων σκέψης και συμπεριφοράς.

Από συστημική σκοπιά, αυτή η διαδικασία δεν αποτελεί απειλή για την οικογένεια, αλλά ένδειξη ότι το σύστημα προσπαθεί να προσαρμοστεί σε μια νέα αναπτυξιακή φάση. Όπως κάθε σημαντική αλλαγή σε μια οικογένεια –η γέννηση ενός παιδιού, η έναρξη του σχολείου ή η αποχώρηση των παιδιών από το σπίτι– έτσι και η εφηβεία απαιτεί την αναδιαμόρφωση των σχέσεων. Οι γονείς καλούνται να μετακινηθούν σταδιακά από έναν ρόλο άμεσης καθοδήγησης σε έναν ρόλο που βασίζεται περισσότερο στη συνεργασία, στη διαπραγμάτευση και στην εμπιστοσύνη.

Η μετάβαση αυτή δεν είναι εύκολη ούτε για τους γονείς ούτε για τον έφηβο. Οι γονείς συχνά χρειάζεται να διαχειριστούν τον φόβο ότι το παιδί τους απομακρύνεται ή ότι οι ίδιοι χάνουν τον ρόλο που είχαν μέχρι τότε. Από την άλλη πλευρά, ο έφηβος βιώνει την εσωτερική σύγκρουση ανάμεσα στην ανάγκη να ανεξαρτητοποιηθεί και στην εξίσου βαθιά ανάγκη να γνωρίζει ότι οι γονείς του εξακολουθούν να αποτελούν ένα ασφαλές σημείο αναφοράς.

Αυτή η φαινομενική αντίφαση εξηγεί γιατί πολλοί έφηβοι μπορεί να απορρίπτουν τη βοήθεια των γονιών τους τη μία στιγμή και να την αναζητούν την επόμενη. Δεν πρόκειται για ασυνέπεια, αλλά για μια φυσιολογική έκφραση της αναπτυξιακής διαδικασίας. Η αυτονομία δεν χτίζεται μέσα από την πλήρη αποκοπή από τη σχέση, αλλά μέσα από τη σταδιακή διαφοροποίηση που πραγματοποιείται ενώ η συναισθηματική σύνδεση παραμένει διαθέσιμη.

Γιατί οι συγκρούσεις είναι σχεδόν αναπόφευκτες;

Όταν οι συγκρούσεις γίνονται συχνές, πολλοί γονείς αναρωτιούνται τι έχει αλλάξει. Συχνά προσπαθούν να εντοπίσουν το σημείο στο οποίο «χάθηκε η επικοινωνία» ή θεωρούν ότι οι συνεχείς διαφωνίες αποτελούν ένδειξη πως η σχέση με το παιδί τους έχει αρχίσει να φθείρεται. Ωστόσο, από αναπτυξιακή και συστημική σκοπιά, οι συγκρούσεις δεν είναι απαραίτητα το πρόβλημα. Αντίθετα, πολλές φορές αποτελούν την έκφραση μιας βαθύτερης αναπτυξιακής ανάγκης.

Η εφηβεία είναι η περίοδος κατά την οποία ο άνθρωπος καλείται να αποκτήσει μια πιο αυτόνομη ταυτότητα. Για να συμβεί αυτό, χρειάζεται σταδιακά να απομακρυνθεί από την παιδική θέση της εξάρτησης. Η απομάκρυνση αυτή δεν αφορά μόνο τις πρακτικές αποφάσεις της καθημερινότητας, αλλά και τον τρόπο σκέψης, τις αξίες, τις επιλογές και τη δυνατότητα να διαφωνεί χωρίς να φοβάται ότι θα χάσει τη σχέση.

Από την άλλη πλευρά, οι γονείς καλούνται να διαχειριστούν μια εξίσου απαιτητική μετάβαση. Μέχρι πρόσφατα, ο ρόλος τους βασιζόταν κυρίως στην προστασία, στην καθοδήγηση και στη λήψη αποφάσεων για το παιδί τους. Στην εφηβεία, όμως, χρειάζεται σταδιακά να μετακινηθούν προς έναν ρόλο που βασίζεται περισσότερο στην εμπιστοσύνη, στη συνεργασία και στη διαπραγμάτευση. Αυτή η αλλαγή δεν είναι πάντοτε εύκολη. Συχνά συνοδεύεται από φόβο, αβεβαιότητα και την αίσθηση ότι χάνεται ο έλεγχος.

Η σύγκρουση, λοιπόν, γεννιέται συχνά εκεί όπου συναντώνται δύο φυσιολογικές αλλά διαφορετικές ανάγκες. Ο έφηβος προσπαθεί να αποκτήσει περισσότερο χώρο για να ορίσει τον εαυτό του, ενώ ο γονέας προσπαθεί να διασφαλίσει την προστασία και την ασφάλειά του. Δεν πρόκειται για δύο αντίπαλες πλευρές, αλλά για δύο διαφορετικές αναπτυξιακές ανάγκες που προσπαθούν να συνυπάρξουν.

Η συστημική θεραπεία μάς υπενθυμίζει ότι κάθε αλλαγή σε ένα μέλος της οικογένειας επηρεάζει αναπόφευκτα όλους τους υπόλοιπους. Όταν ο έφηβος αλλάζει, δεν αλλάζει μόνο εκείνος. Αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο επικοινωνεί η οικογένεια, οι ισορροπίες ανάμεσα στα μέλη της, τα όρια και οι ρόλοι που είχαν διαμορφωθεί μέχρι εκείνη τη στιγμή. Είναι, επομένως, φυσιολογικό να χρειάζεται χρόνος μέχρι να δημιουργηθεί μια νέα ισορροπία.

Αυτή η οπτική μετακινεί τη συζήτηση από το ερώτημα «πώς θα σταματήσουμε τις συγκρούσεις;» στο ερώτημα «πώς μπορούμε να παραμείνουμε συνδεδεμένοι ενώ περνάμε μέσα από αυτές;». Η διαφορά είναι ουσιαστική. Όταν αντιμετωπίζουμε κάθε διαφωνία ως απειλή για τη σχέση, είναι πιθανό να προσπαθήσουμε είτε να επιβληθούμε είτε να αποφύγουμε οποιαδήποτε αντιπαράθεση. Αντίθετα, όταν κατανοούμε ότι οι συγκρούσεις αποτελούν μέρος της διαδικασίας αυτονόμησης, μπορούμε να τις προσεγγίσουμε με μεγαλύτερη ψυχραιμία και περιέργεια.

Η σύγκρουση δεν είναι το αντίθετο της σύνδεσης

Ένας από τους πιο συνηθισμένους φόβους των γονέων είναι ότι κάθε έντονη διαφωνία απομακρύνει οριστικά το παιδί τους. Είναι εύκολο να ερμηνεύσουν τις αντιδράσεις του εφήβου ως απόρριψη ή ως ένδειξη ότι η σχέση έχει χαθεί. Στην πραγματικότητα, όμως, η ύπαρξη συγκρούσεων δεν σημαίνει απαραίτητα ότι έχει διαρραγεί η συναισθηματική σύνδεση.

Οι σχέσεις δεν χαρακτηρίζονται από τη συνεχή αρμονία τους, αλλά από την ικανότητά τους να αντέχουν τις στιγμές έντασης. Αυτό ισχύει για τις σχέσεις των συντρόφων, για τις φιλίες και, ίσως ακόμη περισσότερο, για τη σχέση γονέα και παιδιού. Οι διαφωνίες είναι αναπόφευκτες όταν δύο άνθρωποι προσπαθούν να ισορροπήσουν ανάμεσα στην ανάγκη για εγγύτητα και στην ανάγκη για ανεξαρτησία.

Η θεωρία του δεσμού περιγράφει τον γονέα ως μια «ασφαλή βάση» από την οποία το παιδί μπορεί να απομακρύνεται για να εξερευνήσει τον κόσμο και στην οποία μπορεί να επιστρέφει όταν χρειάζεται ασφάλεια (Bowlby, 1982). Στην εφηβεία, αυτή η διαδικασία αποκτά διαφορετική μορφή. Η απομάκρυνση γίνεται πιο έντονη, όμως η ανάγκη για μια σταθερή και διαθέσιμη σχέση δεν εξαφανίζεται. Αντίθετα, παραμένει εξίσου σημαντική, ακόμη κι όταν ο έφηβος δείχνει ότι δεν τη χρειάζεται.

Αυτό σημαίνει ότι ο στόχος των γονέων δεν είναι να αποτρέψουν κάθε σύγκρουση, αλλά να διατηρήσουν το μήνυμα ότι η σχέση παραμένει ασφαλής ακόμη και μέσα στη διαφωνία. Ο έφηβος χρειάζεται να μπορεί να θυμώσει, να διαφωνήσει ή να απομακρυνθεί προσωρινά, χωρίς να φοβάται ότι θα χάσει την αποδοχή ή την αγάπη των γονιών του.

Να παραμένουμε παρόντες στη σχέση, ακόμη και όταν διαφωνούμε

Ίσως αυτό να είναι το πιο δύσκολο αλλά και το πιο σημαντικό έργο της γονεϊκότητας στην εφηβεία. Όταν οι εντάσεις αυξάνονται, είναι φυσικό οι γονείς να αισθάνονται πληγωμένοι, θυμωμένοι ή απογοητευμένοι. Κάποιες φορές μπορεί να απομακρύνονται συναισθηματικά, να υψώνουν περισσότερο τη φωνή τους ή, αντίθετα, να εγκαταλείπουν κάθε προσπάθεια επικοινωνίας, πιστεύοντας ότι «δεν έχει νόημα να μιλήσουμε».

Κι όμως, αυτό που χρειάζεται περισσότερο ένας έφηβος εκείνες τις στιγμές δεν είναι ένας γονέας που θα έχει πάντα τη σωστή απάντηση. Χρειάζεται έναν γονέα που θα παραμείνει συναισθηματικά διαθέσιμος.

Το να είμαστε παρόντες δεν σημαίνει ότι υποχωρούμε σε κάθε απαίτηση ούτε ότι αποφεύγουμε να θέτουμε όρια. Σημαίνει ότι μπορούμε να διαχωρίσουμε τη σχέση από τη σύγκρουση. Μπορούμε να διαφωνούμε με μια συμπεριφορά χωρίς να απορρίπτουμε το παιδί μας. Μπορούμε να διατηρούμε ένα όριο χωρίς να διακόπτουμε την επικοινωνία. Μπορούμε να αντέξουμε τη δυσφορία μιας δύσκολης στιγμής χωρίς να πιστέψουμε ότι η σχέση καταστράφηκε.

Οι έφηβοι σπάνια θυμούνται ποιος είχε δίκιο σε έναν καβγά. Θυμούνται, όμως, πώς ένιωσαν μέσα στη σχέση. Θυμούνται αν ένιωσαν ότι ακούστηκαν, αν ένιωσαν ότι ο γονέας τους παρέμεινε διαθέσιμος όταν δυσκολεύτηκαν, αν υπήρχε χώρος να επιστρέψουν μετά από μια έντονη διαφωνία.

Η ποιότητα της σχέσης δεν οικοδομείται στις στιγμές που όλα κυλούν ομαλά. Χτίζεται κυρίως στις στιγμές που η σχέση δοκιμάζεται και, παρ’ όλα αυτά, επιλέγουμε να μη διακόψουμε τη σύνδεση. Εκεί βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη δύναμη της γονεϊκής παρουσίας.

Όταν μεγαλώνει ο έφηβος, μεγαλώνει και ο γονέας

Συχνά μιλάμε για την εφηβεία ως μια περίοδο αλλαγών για τα παιδιά. Λιγότερο συχνά, όμως, αναγνωρίζουμε ότι αποτελεί μια εξίσου σημαντική μεταβατική περίοδο και για τους γονείς. Καθώς ο έφηβος διεκδικεί περισσότερη ανεξαρτησία, οι γονείς καλούνται να επαναπροσδιορίσουν τον ρόλο τους. Η μετάβαση από την παιδική ηλικία στην εφηβεία δεν σημαίνει μόνο ότι το παιδί μεγαλώνει· σημαίνει και ότι ο τρόπος του «να είμαι γονέας» χρειάζεται να εξελιχθεί.

Αυτό δεν είναι πάντοτε εύκολο. Πίσω από την επιμονή σε έναν κανόνα ή την ένταση μιας διαφωνίας μπορεί να κρύβεται η αγωνία μήπως το παιδί απομακρύνεται οριστικά. Πολλοί γονείς βιώνουν, συχνά χωρίς να το συνειδητοποιούν, ένα αίσθημα απώλειας. Το παιδί που μέχρι χθες ζητούσε διαρκώς την παρουσία τους αρχίζει να στρέφεται περισσότερο στους φίλους του, να επιθυμεί ιδιωτικότητα και να παίρνει μόνο του αποφάσεις. Η αλλαγή αυτή είναι φυσιολογική, αλλά μπορεί να συνοδεύεται από θλίψη, ανασφάλεια ή φόβο.

Από τη δική του πλευρά, ο έφηβος δεν προσπαθεί απαραίτητα να απορρίψει τους γονείς του. Προσπαθεί να απαντήσει σε ένα από τα πιο θεμελιώδη ερωτήματα της ανάπτυξης: «Ποιος είμαι όταν αρχίζω να στέκομαι στα δικά μου πόδια;». Για να το πετύχει, χρειάζεται να δοκιμάσει ιδέες, να αμφισβητήσει βεβαιότητες και να διαμορφώσει προσωπικές απόψεις. Αυτή η διαδικασία μπορεί να μοιάζει με απόσταση, όμως δεν ταυτίζεται με την έλλειψη αγάπης ή εμπιστοσύνης.

Όταν αυτές οι δύο εμπειρίες συναντώνται –η ανάγκη του εφήβου για διαφοροποίηση και ο φόβος του γονέα μήπως χάσει τη σύνδεση– οι συγκρούσεις γίνονται σχεδόν αναπόφευκτες. Αν όμως καταφέρουμε να δούμε τι κρύβεται πίσω από τις συμπεριφορές, αλλάζει και ο τρόπος που τις αντιμετωπίζουμε. Ο θυμός του εφήβου δεν είναι πάντοτε επίθεση. Και η ανησυχία του γονέα δεν είναι πάντοτε ανάγκη για έλεγχο. Συχνά και οι δύο πλευρές προσπαθούν, με διαφορετικούς τρόπους, να προστατεύσουν μια σχέση που έχει μεγάλη σημασία για τη ζωή τους.

Η συστημική προσέγγιση μάς καλεί να δούμε την οικογένεια όχι ως ένα σύνολο ατόμων που δρουν ανεξάρτητα, αλλά ως ένα σύστημα σχέσεων που εξελίσσεται. Όταν αλλάζει ο ένας, χρειάζεται να αλλάξουν λίγο και οι υπόλοιποι. Η εφηβεία, επομένως, δεν αποτελεί μόνο πρόκληση για τον νέο άνθρωπο. Είναι και μια ευκαιρία για τους γονείς να αναπτύξουν νέους τρόπους επικοινωνίας, μεγαλύτερη ευελιξία και βαθύτερη εμπιστοσύνη στη σχέση με το παιδί τους.

Μετά τη σύγκρουση: Η σημασία της επανασύνδεσης

Σε πολλές οικογένειες, μετά από έναν έντονο καβγά επικρατεί σιωπή. Άλλοτε επειδή κανείς δεν ξέρει πώς να κάνει το πρώτο βήμα και άλλοτε επειδή όλοι περιμένουν από τον άλλον να αναλάβει την ευθύνη της συμφιλίωσης. Κάποιες φορές η καθημερινότητα συνεχίζεται σαν να μην συνέβη τίποτα. Άλλες φορές η ένταση παραμένει για ημέρες, αφήνοντας πίσω της μια αίσθηση απόστασης.

Κι όμως, η στιγμή μετά από μια σύγκρουση είναι συχνά πιο σημαντική από την ίδια τη σύγκρουση.

Η σύγχρονη ψυχολογία των σχέσεων δείχνει ότι καμία ανθρώπινη σχέση δεν χαρακτηρίζεται από συνεχή αρμονία. Όλες οι σημαντικές σχέσεις περνούν περιόδους έντασης, παρεξηγήσεων και απομάκρυνσης. Εκείνο που διαφοροποιεί τις ασφαλείς σχέσεις δεν είναι η απουσία αυτών των στιγμών, αλλά η δυνατότητα να αποκαθίσταται η σύνδεση.

Για έναν έφηβο, η εμπειρία ότι μπορεί να διαφωνήσει έντονα με τους γονείς του και, παρά ταύτα, να συνεχίσει να αισθάνεται αποδεκτός και αγαπητός, αποτελεί μία από τις σημαντικότερες εμπειρίες συναισθηματικής ασφάλειας. Μέσα από αυτήν μαθαίνει ότι οι σχέσεις δεν καταρρέουν επειδή υπάρχουν διαφωνίες. Μαθαίνει ότι οι άνθρωποι μπορούν να πληγώνονται, να θυμώνουν, να απομακρύνονται προσωρινά και στη συνέχεια να ξαναβρίσκουν ο ένας τον άλλον.

Η επανασύνδεση δεν απαιτεί μεγάλες δηλώσεις ούτε την τέλεια λύση του προβλήματος. Πολύ συχνά ξεκινά από μικρές κινήσεις: έναν ήρεμο τόνο φωνής, μια ειλικρινή συζήτηση όταν έχουν ηρεμήσει τα συναισθήματα, την αναγνώριση ότι η ένταση πλήγωσε και τις δύο πλευρές ή ακόμη και μια απλή φράση όπως «Ας προσπαθήσουμε να το συζητήσουμε ξανά».

Για πολλούς γονείς, ίσως το πιο δύσκολο σημείο είναι η συγγνώμη. Υπάρχει ο φόβος ότι αν ζητήσουν συγγνώμη θα χάσουν το κύρος τους ή θα υπονομεύσουν τον γονεϊκό τους ρόλο. Στην πραγματικότητα συμβαίνει συχνά το αντίθετο. Όταν ένας γονέας μπορεί να αναγνωρίσει ότι φώναξε περισσότερο απ’ όσο θα ήθελε ή ότι δεν άκουσε πραγματικά το παιδί του, δεν αποδυναμώνει τη θέση του. Αντίθετα, προσφέρει ένα πολύτιμο πρότυπο υπευθυνότητας, αυτογνωσίας και συναισθηματικής ωριμότητας.

Η επανόρθωση δεν σημαίνει ότι ο γονέας εγκαταλείπει τα όρια ή αλλάζει κάθε απόφαση. Σημαίνει ότι η σχέση παραμένει σημαντικότερη από την ανάγκη να αποδείξει κάποιος ότι είχε δίκιο. Ο έφηβος μπορεί να συνεχίσει να μη συμφωνεί με ένα όριο και ταυτόχρονα να αισθάνεται ότι ο γονέας του εξακολουθεί να είναι συναισθηματικά διαθέσιμος. Αυτή η εμπειρία ενισχύει την εμπιστοσύνη και δημιουργεί ένα σταθερό υπόβαθρο πάνω στο οποίο μπορεί να συνεχιστεί ο διάλογος.

Πότε οι συγκρούσεις χρειάζονται μεγαλύτερη προσοχή;

Οι διαφωνίες, ακόμη και όταν είναι έντονες, αποτελούν συνήθως φυσιολογικό μέρος της εφηβείας. Υπάρχουν, όμως, περιπτώσεις στις οποίες οι συγκρούσεις ξεπερνούν το αναμενόμενο αναπτυξιακό πλαίσιο και ενδέχεται να υποδηλώνουν ότι ο έφηβος ή η οικογένεια χρειάζονται επιπλέον υποστήριξη.

Ανησυχία μπορεί να προκαλέσει η επίμονη και ανεξέλεγκτη επιθετικότητα, η πλήρης διακοπή της επικοινωνίας για μεγάλο χρονικό διάστημα, η έντονη κοινωνική απομόνωση, η σημαντική έκπτωση στη σχολική ή κοινωνική λειτουργικότητα, οι αυτοτραυματισμοί, η χρήση ουσιών ή η έκφραση σκέψεων που σχετίζονται με την απελπισία και την αυτοκτονικότητα. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η αναζήτηση βοήθειας από επαγγελματία ψυχικής υγείας δεν αποτελεί ένδειξη αποτυχίας των γονέων, αλλά μια υπεύθυνη πράξη φροντίδας προς ολόκληρη την οικογένεια.

Η συστημική προσέγγιση υπενθυμίζει ότι όταν δυσκολεύεται ένα μέλος της οικογένειας, επηρεάζεται ολόκληρο το σύστημα. Αντίστοιχα, όταν ενισχύεται η επικοινωνία και η κατανόηση μεταξύ των μελών, τα οφέλη αφορούν όλους. Η θεραπευτική διαδικασία, επομένως, δεν αποσκοπεί στην «επιδιόρθωση» του εφήβου, αλλά στη δημιουργία νέων τρόπων επικοινωνίας και σύνδεσης μέσα στην οικογένεια.

Η σχέση δεν κρίνεται από την απουσία συγκρούσεων

Ίσως το σημαντικότερο μήνυμα που μπορούμε να κρατήσουμε είναι ότι η εφηβεία δεν αποτελεί μια δοκιμασία που πρέπει απλώς να περάσει η οικογένεια μέχρι να «επιστρέψει η ηρεμία». Είναι μια περίοδος μετάβασης κατά την οποία όλοι καλούνται να εξελιχθούν. Ο έφηβος μαθαίνει να γίνεται περισσότερο ο εαυτός του και οι γονείς μαθαίνουν να σχετίζονται μαζί του με έναν νέο τρόπο.

Μέσα σε αυτή τη διαδικασία, οι συγκρούσεις δεν είναι απαραίτητα ο εχθρός της σχέσης. Συχνά αποτελούν τον χώρο μέσα στον οποίο δοκιμάζονται η εμπιστοσύνη, ο σεβασμός και η συναισθηματική διαθεσιμότητα. Εκείνο που κάνει τη διαφορά δεν είναι το αν θα υπάρξουν στιγμές έντασης, αλλά το αν θα συνεχίσουμε να αναζητούμε ο ένας τον άλλον μετά από αυτές.

Ίσως, τελικά, αυτό να είναι το μεγαλύτερο δώρο που μπορεί να προσφέρει ένας γονέας στον έφηβο: όχι μια σχέση χωρίς διαφωνίες, αλλά μια σχέση αρκετά ασφαλή ώστε να χωρά και τις διαφωνίες. Γιατί όταν ένας νέος άνθρωπος μεγαλώνει γνωρίζοντας ότι μπορεί να εκφράσει τον θυμό, την αμφισβήτηση ή την ανάγκη του για ανεξαρτησία χωρίς να κινδυνεύει να χάσει τη σύνδεση με τους ανθρώπους που τον αγαπούν, αποκτά ένα πολύτιμο εσωτερικό βίωμα. Μαθαίνει ότι οι ουσιαστικές σχέσεις δεν στηρίζονται στην τελειότητα ή στη συμφωνία, αλλά στην ικανότητα να παραμένουμε παρόντες ο ένας για τον άλλον, ακόμη και στις πιο δύσκολες στιγμές.

Βιβλιογραφία

Baumrind, D. (1991). The influence of parenting style on adolescent competence and substance use. The Journal of Early Adolescence, 11(1), 56–95.

Bowlby, J. (1982). Attachment and loss: Vol. 1. Attachment (2nd ed.). Basic Books. (Original work published 1969)

Erikson, E. H. (1968). Identity: Youth and crisis. W. W. Norton.

Minuchin, S. (1974). Families and family therapy. Harvard University Press.

Siegel, D. J. (2014). Brainstorm: The power and purpose of the teenage brain. TarcherPerigee.

Steinberg, L. (2017). Adolescence (11th ed.). McGraw-Hill Education.

Walsh, F. (2016). Strengthening family resilience (3rd ed.). Guilford Press.

https://psychologos-paidopsychologos.gr/wp-content/uploads/2024/07/maria_griva_logo_new-150x150.png

Ακολουθήστε μας:

https://psychologos-paidopsychologos.gr/wp-content/uploads/2018/01/Celeste-logo-white.png

Social Media:

Μαρία Γρίβα M.Sc

Mέλος του Συλλόγου Ελλήνων Ψυχολόγων (ΣΕΨ), Εταιρείας Ψυχοκοινωνικής Υγείας του Παιδιού και του Εφήβου (Ε.Ψ.Υ.Π.Ε.) καί της Ελληνικής Εταιρίας Συστημικής Θεραπείας ( ΕΛΕΣΥΘ) . Kάτοχος του EYPΩΠAIKOY ΠIΣTOΠOIHTIKOY ΨYXOΘEPAΠEIAΣ (ECP) από την European Association for Psychotherapy (EAP).

Copyright by epsilon.com.gr. All rights reserved.